© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2007

Αποχαιρετισμός Ιουλίου


Απόψε αποχαιρετάμε τον Ιούλιο, με κωδωνοκρουσίες (κατά το έθιμο), φωταψίες και ξεφαντώματα. Από αύριο ο Αύγουστος μονοκράτωρ θα γυρίσει το Θέρος στο άλλο πλευρό της νωχέλειάς του, ενώ θα ηχούν λιβανίσματα Παρακλήσεων στη Μάνα της Οδύνης, κάθιδρες φωνές του πρόωρου Τρύγου, μυρωδιές λικνιστικές σταφίδας στ' αλώνια, πανηγύρια στα χωριά μας με πρώτο και καλύτερο εκείνο του Αγίου!!!
Απόψε αποχαιρετάμε τον Ιούλιο, καψερότατο κι εξουθενωτικό, με κοχύλια κι αστερίες απ' τις τζαντιώτικες θάλασσες και μια πιατέλα σύκα ολόφρεσκα κι ευωδιαστά!!!
Καλό Δεκαπενταύγουστο!!!

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2007

Αναπάντεχη συνάντηση με τη Μαρίτσα



Σήμερα, μετά από πολλά χρόνια, συναπαντήθηκα με μια παλιά μου καλή φιλενάδα, τη Μαρίτσα. Αχ, η Μαρίτσα... Πόσες φορές με συντρόφεψε στη μοναξιά μου και στις "μακρές περιπλανήσεις δωματίου"!... Πόσες φορές αγκάλιασε τις μύχιες σκέψεις και τους εσώτατους κραδασμούς μου, τα εφηβικά ξεσπάσματα και τους παροξυσμούς τού (όχι και τόσο στη θέση του) μυαλού μου!...

Όμως τα χρόνια πέρασαν και η σχέση έφτασε στο μη περαιτέρω, παρά το πρωταρχικό δέσιμο. Ήρθαν νεότερες περιπτώσεις στην καθημερινότητά μου, πιο εξελιγμένες και με προσόντα αδιαφιλονίκητα. "Οι αγάπες μ' έβαλαν στη μέση", όπως θάλεγε η Χαρούλα σ' ένα από τα τραγούδια της. Απάτησα τελικά τη Μαρίτσα... Εκείνη δεν παραπονέθηκε ποτέ. Αποσύρθηκε -ως μη ώφειλε- στη γωνιά της, αγόγγυστα. Αξιοπρεπής, ωραία, υπερήφανη, περιμένοντας άραγε τι;;;


Ώσπου σήμερα, μετά από δέκα περίπου χρόνια, όλως τυχαίως συναπαντήθηκα με τη Μαρίτσα. Χάρηκα αφάνταστα, συγκινήθηκα περισσότερο, ενώ πολλές αναμνήσεις ανασύρθηκαν απ' το βαθύ σεντούκι της καρδιάς, μαζί με μπόλικες -ομολογουμένως- τύψεις για την απιστία μου εκείνη.

Η παλιά πιστή φιλενάδα, όπως θα καταλάβατε απ' τη φωτογραφία, είναι η πάλαι ποτέ γραφομηχανή μου, μάρκας Maritsa. Δώρο, για μένα πολυτιμότατο, ενός πολύ ευαίσθητου και αγαπημένου θείου από τα Γιάννενα, του μακαρίτη του Βασίλη Χήτου, που ήθελε (όπως έλεγε το γλυκύτατο εκείνο ανθρωπάκι του Θεού) να με στηρίξει στα πρώτα μου γραψίματα! Το γεγονός, ότι έβλεπα τα κείμενά μου τυπωμένα, ήταν μια σπουδαία απόλαυση. Θεωρούσα τότε, πως είχα κατακτήσει τον κόσμο!!!

Η Μαρίτσα δεν μπορεί (ή δεν θέλει) πια να εργασθεί... Μετά από κυριολεκτικά χιλιάδες σελίδες γράμμα-γράμμα, τώρα σιωπά. Καλή μου Μαρίτσα, σ' ευχαριστώ, κυρίως για εκείνα που δεν μπορείς να υποψιαστείς!...

π. Π. Καποδίστριας

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2007

Νύχτα ολοσέληνη πάνω από την καρυδιά μας




Παρότι αύριο θα έχουμε δοξαστικό κυριάρχη τον Πανσέληνο (είδατε; μ' αρέσει να λέω: ο και όχι η Πανσέληνος), απόψε η νύχτα είναι υπέροχα ολοσέληνη, τόσο που, φωτογραφίζοντάς τον, μαζί με την καρυδιά της αυλής μας, αναθυμήθηκα ένα ποίημα που είχα γράψει τον Ιούλιο του 2001 για μιαν ανάλογη ώρα και το οποίο αντιγράφω από το βιβλίο "Της αγάπης μέγας χορηγός", έτσι ως ελάχιστο σχολιασμό του σεληνιακού φωτός, το οποίο ηδονικά σχεδόν μάς θωπεύει απόψε:

ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

Νύχτα
με τις πλατιές παλάμες σου
πάνω απ' την καρυδιά μας και τη δάφνη
της ημερήσιας αυταπάτης εφαψία

Νύχτα
με τα νερόφιδα σε στάση κορεσμού
τα τριζόνια κωφάλαλα έκτοτε
με την ανία συριστική
και ημίφωτες από του γείτονα
αλλοδαπές βωμολοχίες

Νύχτα
βωμέ του λόγου
και του υπόλογου
καθρέφτη σκεπασμένε λόγω πένθους
με την άμμο σου
κακοθανατισμένη απ' το πολύ

Νύχτα
γερόντιο καταγέλαστο
και τι παλιμπαιδίζεις
για ποιαν αιθρία βρεχούμενη
ανοίγεις την ομπρέλα;

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

Στο δάσος των κέδρων στα Στροφάδια







Το δάσος από κέδρους στο μεγάλο νησί των Στροφάδων είναι μια άλλη υπέροχη γωνιά του επίγειου αυτού παραδείσου. Πυκνότατη βλάστηση, μεγαλοπρεπή δέντρα εντυπωσιακά σε μέγεθος (Juniporus Phoenica), επικυρίαρχα σήμερα του τόπου, καθυποβάλλουν με την επίμονη αντοχή τους στους Αέρηδες και τη μυστικιστική τους διάθεση να κλείνουν τον δρόμο στους αμύητους. Θάλεγε κανείς, ότι -όπως και ο παπα Γρηγόρης- κι αυτά δεν επιθυμούν επισκέπτες στην επικράτειά τους. Αν μπορούσαν μάλιστα να επιταχύνουν με κινηματογραφικό τρόπο τον Χρόνο, θα μάς απέκλειαν ασφαλώς τις προσβάσεις.

Το δάσος των κέδρων και ο αφιλόξενος λόγγος οδηγούν έως την αχαλίνωτη θάλασσα, όπου οι Αέρηδες έχουν κυριολεκτικά ξυρίσει τα δέντρα, δημιουργώντας μια παράδοξη αίσθηση land art, αλλά και θαυμασμού, λόγω του διαρκούς αυτού και σκληρού παιχνιδιού άγριας φύσης και πανάγριων νερών.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2007

Παρηγορητικές γωνιές εδώ κι εκεί στο Τζάντε

Στον Άη Λύπιο

Το μετόχι του Αγίου στο Καλητέρο

Έξω απ' τον Σωτήρα του Πισινώντα

Γραφικό πορτόνι στις Βαρρές

Το κτήμα Κομούτου στην Αγρία


Είναι παρήγορο να μπορούμε ακόμη να συναντάμε όμορφες γωνιές στο Τζάντε μας, που ασθμαίνει κάτω απ' τήν τουριστική εποίκηση και τους καπνούς της αποτέφρωσης των δασικών πνευμόνων μας.

Αυτές οι γωνιές αποτελούν χάρμα οφθαλμών και ξεκούρασης, γι' αυτό και περιοδικά τις αναδεικνύουμε απ' το Ιστολόγιό μας ετούτο, μόλις τις ανακαλύψουμε ή τις ξαναδούμε από τη αρμόζουσα οπτική. Χαρείτε τες!!!

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2007

Ενθυμούμενοι πάλι και πάλι τον Δημήτρη Λάγιο

Ο καλός μας φίλος Δημήτρης Λάγιος δεν είναι βιολογικά ανάμεσά μας. Παραμένει όμως με την αγαθή ανάμνηση και τη νυκτική-ερωτοπαθή μουσική του. Επιστρέφει πάλι και πάλι, με την πρώτη ευκαιρία. Κυκλοφορεί ιεροκρυφίως στο γενέθλιο νησί μας, το οποίο πολύ αγάπησε, αλλά εκείνο δεν τού ανταπέδωσε την Aγάπη, όσον αφορά στους ντόπιους παραγοντίσκους της τελευταίας πενταετίας της ζωής του. Τον πολέμησαν κάποιοι (με όνομα κι επώνυμο, δεν είναι άγνωστοι στο τοπικό προσκήνιο), τον πολέμησαν πολύ και ανελέητα. Διότι, όπως είναι γνωστό, το σκοτάδι ουδέποτε άνθεξε κοντά στο φως. Και ο Δημήτρης υπήρξε φως!!!

Ήταν πράγματι συγκλονιστική η γνωριμία μαζί του. Απέπνεε εμπιστοσύνη στη ζωή, στους ανθρώπους, στη μουσική, στον έρωτα, στη γενέτειρά του, στην Κύπρο!!!

Έτσι καθώς (και) σήμερα τον θυμόμαστε -μεταχειριζόμενοι τώρα πια οι πάντες την ευαίσθητη και γοητευτική μουσική του- ανασύρω από την ποιητική συλλογή "Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει" (εκδ. Αίολος 1995, σ. 26) ένα ποίημα που έγραψα την 31η Μαρτίου 1991, αφιερωμένο μάλιστα "στον φίλο που σκορπίστηκε", μετά από ένα μακρύ, βαθύ και ειλικρινές τηλεφώνημα μαζί του, λίγες μόλις μέρες πριν το Τέλος...


ΚΑΛΟΣ ΟΙΩΝΟΣ

του φίλου που σκορπίστηκε

Καλός οιωνός το κλάμα
το χάραγμα του απείρου βαθιά στη σάρκα σου
έτσι καθώς οι φιγούρες οι ενάλιες
πλάι μας προς Εμμαούς
κι αναλφάβητες

όταν τα πάντα θα επιστρέφουν στη φιλοκαλία του νότου
τα πάμφωνα τα χέρια σου όταν-

εγώ θα μισώ τ' ασβεστωμένα τα σπίτια
τα χαμώγια της χαμένης πατρίδας και μάλιστα όσα τραγουδήθηκαν
την αποψινή των αισθήσεων κατάνυξη
που έχει τη γεύση λες από λιβάνι αγιόκλημα ή λιωμένη ασπιρίνη

Καημένε μου Έλληνα πόσο δεν είσαι-

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2007

Πρώτες πρωινές ανταύγειες πάνω από τα Στροφάδια







Ωραίες ώρες βιώνονται στα δυο μικρά νησιά των Στροφάδων κάθε πρωί, καθώς ο Ήλιος αναδύεται απ' τη νύχτα του δειλά, σιγανά μα βέβαιος για την οριστική του επικράτηση, χαρίζοντας θωπείες εξαιρετικές στα πλωτά αυτά νησάκια. Υπέροχα παιχνιδίσματα, παρηγορητικά αγγίγματα στον βυζαντινό Πύργο, αγαπητικά κρυφτούλια πίσω από τα φυλλώματα, πολλά υποσχόμενες λάμψεις στους καθρέφτες της θάλασσας, νωχελικά ξυπνήματα νερών πάνω στα φύκια.

Οι αυγινές μιλιές του ήλιου πάνω από τα Στροφάδια είναι απαράμιλλες! Γοητεύουν κι αιχμαλωτίζουν, ανακαλύπτοντας αισθήσεις αγεωγράφητες και νεότερες πατρίδες του Ονείρου και της διασώζουσας Σιωπής!!!

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

Στο Φεστιβάλ Υμηττού "Η Γυναίκα της Ζάκυθος"

Να και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό και παρήγορο για τα 150 χρόνια από τον θάνατο του Διονυσίου Σολωμού.
Έλαβα μόλις τώρα από τους παράγοντες του 21ου Φεστιβάλ Υμηττού την είδηση-δελτίο Τύπου μ' ένα ευσύνοπτο και κατατοπιστικό e-mail. Νομίζω, ότι πρέπει να Σας μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό κείμενο, για να λάβετε γνώση. Αν μάλιστα βρεθείτε στην Αττική την άλλη εβδομάδα, ευχής έργο θα ήταν, ν' ανακαλύψετε κι εκεί τον Σολωμό, ο οποίος εσχάτως λείπει συχνά (ο νοών νοείτω) απ' το γενέθλιο νησί μας :

Το ποιητικό έργο του Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» θα ανέβει για τρεις μοναδικές παραστάσεις στο Θέατρο Βράχων «Άννα Συνοδινού» στις 23, 24 και 25 Ιουλίου 2007. «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» είναι μία παραγωγή του 21ου Φεστιβάλ Υμηττού, αφιερωμένη στα 150 χρόνια από το θάνατο του Διονυσίου Σολωμού.
Η σκηνοθεσία και η δραματουργική επεξεργασία είναι του Σωτήρη Χατζάκη. Επί σκηνής εμφανίζονται: Στο ρόλο της Γυναίκας της Ζάκυθος η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, του Ιερομόναχου ο Σωτήρης Χατζάκης και η Σαβίνα Γιαννάτου στους φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς. Χορεύουν η Σύλβια Κατσαρού και η Κατερίνα Σπυροπούλου.
Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, στη γυναίκα της Ζάκυθος παρακολουθούμε την περιπλάνηση του ποιητή στη σκοτεινή επικράτεια του Κακού. Ο Ιερομόναχος Διονύσιος (Σολωμός) θα κατέβει μία - μία τις βαθμίδες του μεγάλου αρνητικού κι έχοντας αποσπασθεί από τον κόσμο του πραγματικού θα συναντήσει το κραταιό πνεύμα, πολύ μακριά από οποιαδήποτε παρηγορία, εκεί στην έρημο της υπάρξεως.
Οι μεταμορφώσεις του Σατανά, η ενσάρκωση του Κακού ως Γυναίκα της Ζάκυθος και ο Ιερομόναχος, θα δημιουργήσουν ένα τριγωνικό πεδίο μέσα στο οποίο αναβράζει η κακία και το παραμικρό καλό απουσιάζει. Σ’ ένα ζοφερό τελετουργικό η εξουσία του Κακού θα εξαπλωθεί στο χώρο του υπερφυσικού μα και του φυσικού, και ο Ιερομόναχος Διονύσιος θα βυθιστεί σε μια πάλη, εκείνη την αιώνια, ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μόνο που αυτή η πάλη επισυμβαίνει μέσα σε κανόνες δυσδιάκριτους, μέσα σε θολούς διαχωρισμούς, εκεί που τα όρια χάνονται και οι τεχνικές της σύγκρουσης έχουν ιδιότητες διηθήσεως. Ο συγχρωτισμός με το Κακό θα ορίσει την πνευματικότητα και το μαρτύριο του καλού, καθώς ο Ιερομόναχος παραμένει παρών –όπως οι ζωγράφοι στους πίνακες της Αναγέννησης- σε όλα τα στάδια της καταβύθισής του προς το δαίμονα. Έτσι η συντριβή του Κακού που επιτυγχάνεται με το θάνατο της Γυναίκας της Ζάκυθος παραμένει αμφίσημη και μετεωρίζει τη βεβαιότητά μας για μια αμιγή έκβαση. Το σώμα λοιπόν του έργου, αποτελούμενο από έλξεις και συγκρούσεις, έχει τη φύση του καλόκακου ακριβώς όπως η διονυσιακή θεωρία επιτάσσει.
Τι έγραψε λοιπόν ο Σολωμός; Ή μάλλον τι είδε; Ίσως μια σκοτεινιά που αγαπά κι ένα φως που μισεί ή και το αντίθετο. Με μια πένα βουτηγμένη στο πάθος αντιμετώπισε τους εχθρούς του σ΄ ένα πεδίο υπερφυσικής αλληγορίας. Στο κεφάλι του συγκρούονταν άγγελοι και δαίμονες, η καρδιά του έσταζε ουσία ενώ κάτω από τα πόδια του έτρεμε η γη από τις κανονιές των Τούρκων απέναντι. Κι έτσι ρωγμικός και καταβεβλημένος, αγωνιακός και παράφορος πέρασε στα σχεδιάσματα της καμένης γης του Μεσολογγιού.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2007

Παπα Γρηγόρης, ο αφιερωμένος αναχωρητής των Στροφάδων












Για περίπου τριάντα χρόνια ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Κλάδης, αποτελεί την ψυχή των Στροφάδων Νήσων, όπου υφίσταται τραυματισμένο απ' τους σεισμούς του 1997 το Πυργομονάστηρο του 13ου αιώνα, χτισμένο απ' τους Παλαιολόγους. Ο Ζακυνθινός αυτός Μοναχός επέλεξε, όχι τη βουή του Μοναστηριού στη Χώρα του Τζάντε, αλλά την απέραντη γαλανή ερημία της παλαιάς έδρας της Μονής του, σαράντα ναυτικά μίλια μακριά. Εκεί όπου κάθε πέτρα, κάθε πουρνάρι, κάθε κέδρος και κυρίως ο αρχηγέτης Άνεμος διηγούνται ολοένα μεγαλεία παρελθόντα, αλλεπάλληλες επιδρομές πειρατών και Αγαρηνών, αίματα, κρουνούς αιμάτων από τους σφαγιασμένους Πατέρες, που διέλαμψαν στον χώρο στο πέρασμα των αιώνων.

Αυτό είναι το περιβάλλον του παπα Γρηγόρη, του ολόμονου και απόμακρου Στροφαδινού ασκητή, ο οποίος, με την ολόθυμη και μόνιμη αφιέρωσή του, κράτησε ανοιχτή την Πύλη της Μονής του στο μεταίχμιο του Εικοστού και Εικοστού Πρώτου Αιώνα, καταφέρνοντας έτσι να παραμείνει αδιάσπαστη η μακρά άλυσος της μοναστικής Παράδοσης του τόπου και μάλιστα σε καιρούς, που χαρακτηρίζεται από μύρια όσα αντι- σε όλες μας τις εκφάνσεις. Εκείνος όμως ακόμη αντέχει, κατέχοντας την διάλεκτο της Μοναξιάς απέξω κι ανακατωτά, με μόνη του παρηγορητική παρέα τον σκύλο του τον Πάρη, τα πρόβατά του και την Παναγία την Παντοχαρά, υπέρμαχο αδιαμφισβήτητη των Πουλιών και των Αέρηδων, που ευδοκιμούν κάτω εκεί.

Ο μονήρης Μοναχός Γρηγόριος ουδόλως ευχαριστιέται με τις επισκέψεις. Το αντίθετο μάλιστα. Στενοχωριέται κι εξαφανίζεται. Έχει τον δικό του "θεό", θα έλεγε όποιος τον πρωτογνωρίζει. Αλλά, στην πραγματικότητα μοιάζει μ΄ ένα μικρό παιδί. Αθώος, ανεξίκακος, έκπληκτος και συμμαζεμένος μπροστά σε όσους τελευταία τον επισκέπτονται. Προτιμάει να συνομιλεί με τα ζωντανά του, να ζυμώνει, να πήζει τυρί, να διαβάζει τα ιερά του βιβλία στο ταπεινότατο κατάλυμά του και από το παρεθύρι του, που το τσακίζουν συνήθως οι Άνεμοι, να θεάται μακριά το βαθύτατο γαλάζιο και, σε πρώτο πλάνο, το Κοιμητήρι των μακάριων συναδελφών του, όπου τού μέλλει...

Ο παπα Γρηγόρης είναι δέσμιος του αγαπημένου του νησιού στην απεραντοσύνη του Πουθενά...΄Η, μάλλον, απολύτως ελεύθερος στην άπλα του Παντός...

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

Μια μικρή έρευνα: ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΣΗΜΕΡΑ. ΤΙ ΘΑ ΚΡΑΤΟΥΣΑ; ΤΙ ΘΑ ΠΕΤΑΓΑ;

Τριανταπέντε άνθρωποι των Γραμμάτων και της Τέχνης βρέθηκαν μαζί στις 12 Ιουλίου 2007, υπό την αιγίδα του ΚΕΝΕΠ Παύλου Μπακογιάννη και με πρωτοβουλία της Ντόρας Μπακογιάννη, για να εκφράσουν τις απόψεις τους επί του προβληματισμού:

Ελλάδα 2007… και μετά:

Τι θα κρατούσα; Τι θα άλλαζα;

Για ένα μόνο λεπτό ο καθένας έπρεπε να διατυπώσει τις απαντήσεις του. Γι' αυτό και η όλη εκδήλωση, δανειζόμενη μια φράση της Κικής Δημουλά, ονομάστηκε "Ενός λεπτού μαζί".

Η αξιοπρόσεκτη αυτή εκδήλωση έγινε αυτές τις μέρες και Ιστοχώρος-blog, όπου ο καθένας μας, εκτός από την οπτικοακουστική μετοχή στο λεπτό του κάθε ομιλητή, μπορεί αμέσως μετά να εκφράσει και ο ίδιος την προσωπική του θέαση επί των παραπάνω ερωτημάτων.

Ζώντας εμείς στη Ζάκυνθο την ωραία και τουριστικόπληκτη, θα μπορούσαμε από αυτό εδώ, το δικό μας βήμα-μπλογκ ν' ανοίξουμε έναν παρόμοιο διάλογο, ή έστω να καταθέσουμε συντομότατα τις δικές μας απόψεις για το νησί μας, που τόσο αγαπάμε, γι' αυτό αγωνιούμε κι ας μάς πληγώνει. Τροποποιώ, λοιπόν, το παραπάνω ερώτημα και Σάς συν-καλώ, φίλους γνωστούς και άγνωστους, να συν-ομιλήσουμε επί του ερωτήματος:

Ζάκυνθος Σήμερα, βλέποντας προς το Αύριο...
Τι πολύτιμο θα κρατούσα; Τι θα πέταγα στ' άχρηστα;

Περιμένω τις σκέψεις Σας, υπό τύπον σχολίων. Αν κάποιος ή κάποια δεν τα καταφέρνετε με τους υποσχολιασμούς των blogs, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου με email: pakapodistrias@yahoo.gr .


Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ Η ΑΠΟΨΗ

Από τη Σημερινή Ζάκυνθο θα κρατούσα ως πολύτιμα:

- Τα χειρόγραφα του εγκατοίκου Ιερομονάχου Διονυσίου του Ποιητή,
- Το λείψανο του άλλου Διονυσίου, του αγίου της Συγνώμης και της Καταλλαγής,
- Το χαμόγελο παιδιών ανέμελων, μαζί με τα παιχνίδια τους, όσων παίζουν ακόμα,
- Το στοργικό το δάκρυ των γονέων, που λιγοστεύοντας εκείνοι, αυξαίνουμε εμείς.

Αχ, και να μπορούσα να στείλω στη χωματερή κατευθείαν:

- Τους πολιτικούς απαξάπαντες της νεότερης Ζακύνθου, και ας καούν μαζί με τα ξερά - ολίγιστα χλωρά!!! Και τούτο, για όσα δεν σκέφτονται για εμάς τους ανέστιους ιθαγενείς, αλλά κυρίως για όσα σκέφτονται... [Ως γνωστόν, εσχάτως λέω και διαδηλώνω, ότι ολοσχερώς απαξιώνω και πολιτική και πολιτικούς!!!]
- Όλα τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, που ξετρυπώνουν, ωσάν ραδικοβλάσταρα, όπου υπάρχει ακόμα γης άχτιστη!!!
- Τη νεότατη συνήθεια να περπατάμε, οδηγάμε, τρώμε, πίνουμε, ερωτευόμαστε, πενθούμε και ό,τι άλλο, μιλώντας σ' ένα κινητό τηλέφωνο. Το δε χειρότερο, σ' ένα ...αθέατο πια κινητό τηλέφωνο...
- Την αστοργία, την υλοφροσύνη, την αμορφωσιά και τον επαρχιωτισμό ως τρόπους καθημερινότητας τού εν Ζακύνθω 21ου αιώνα...

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

Εν έτει φωσκολικώ τε και σολωμικώ



Διάγουμε οι Ζακυνθινοί και άπαντες οι μετέχοντες της ημετέρας παιδείας Έτος Ούγου Φώσκολου, αλλά και Διονυσίου Σολωμού. Περί Φώσκολου όμως ο αποψινός λόγος. Αραιά και πού κάποια (σημαντικά όντως) πράγματα συντελούνται ως προς την επέτειο αυτήν από ιδιωτικούς φορείς, όπως π.χ. οι εκδηλώσεις του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων. Αλλά όλα ετούτα δεν συναποτελούν το δέον γενέσθαι από πλευράς επίσημης πολιτείας και τοπικών επίσημων παραγόντων.

Το σπίτι αίφνης του Φώσκολου, δεν είναι -ως φαίνεται- μπορετό να ξαναορθωθεί, μήτε είμαστε έτοιμοι για καλλιέργεια μιας οποιασδήποτε μορφής φωσκολιανών σπουδών, εδώ στον τόπο που τον γέννησε και ο ίδιος λάτρευε νοσταλγικότατα. Ευελπιστούμε πάντως, ότι ο Διονύσης Σέρρας, μες από τα Επτανησιακά Φύλλα του θα συνεισφέρει και στο προκείμενο Έτος ό,τι καλύτερο και ποιοτικότερο μπορεί. Αρκεί όμως αυτό; Πού είναι η βούληση των υψηλά (ή, μήπως, πολύ χαμηλά) ισταμένων; Με τι, άραγε, υπερ-πολιτισμικό ασχολείται αυτό τον καιρό το λεγόμενο Πολιτιστικό Τμήμα της ημετέρας Νομαρχίας (διάβαζε: Μοναρχίας); Ποιους και πόσους ευαισθητοποιεί εντέλει η τρέχουσα επέτειος;

Για να σοβαρευτούμε, προσγειωνόμενοι: Μάλλον ουδείς στις ημέρες μας συγκινείται για οτιδήποτε φιλοπνευματικό, πλην των οικονομικών κατακτήσεων και των ερωτικών επιδόσεων, εφόσον τα δύο αυτά συνήθως συνεφάπτονται... Μόνον μερικοί γραφικοί "κουλτουροταλαίπωροι", όπως μάς χαρακτήρισε πρόσφατα διευθυντής (ο παν-ηλίθιος!!!) δημόσιας υπηρεσίας. Αλήθεια, θυμάστε τον άλλον, τον αλήστου μνήμης Υπουργό τάδε, που είχε αποκαλέσει "λαπάδες" τους ποιητές; Οποία οπισθοδρόμηση και παρακμή εκκωφαντική... Αλίμονο στο σήμερα και κυρίως στο αύριο του τόπου ετουτουνού...

Ας παρηγορηθούμε παρ' όλ' αυτά, εν έτει φωσκολικώ τε και σολωμικώ, ακούγοντας απόψε το ποίημα "Alla sera" του ζακυνθινοϊταλού Ποιητή μας (πλήν "λαπά") Ούγου Φώσκολου, στα ιταλικά, από ένα μικρό βιντεάκι που αλίευσα στο YouTube:

Ο Κ. Π. Καβάφης πίσω απ' τις κουρτίνες του Σήμερα

Ο Κ. Π. Καβάφης είναι ολοένα παρών στη ζωή και στα έργα μας, αθέατος μολοντούτο... Αυτός που έστρεψε σε νέους δρόμους την Ελληνική Ποίηση, ο ιδιότροπος Αλεξανδρινός, ο υπέρκαλος δημιουργός, εκούσια παραμένει μέρα και νύχτα πίσω απ' τις κουρτίνες και του δικού μας βίου, παραμονεύοντας αδιάλειπτα τους σύγχρονους περαστικούς μήπως και ξεδιακρίνει λες φιγούρες ενδιαφέρουσες...
Θεωρώ, ότι ο Γιάννης Σμαραγδής μες από την ταινία, που έχει παλιότερα ποιήσει για τον αριστοτεχνίτη Ποιητή, κατορθώνει να τον ιδεί πλαγιομετωπικά, δηλαδή όσο ο ίδιος ο Καβάφης -καλυμμένος πίσω από την κραυγαλέα του σιωπή- επιτρέπει στον άξιο σύγχρονο σκηνοθέτη. Ο ίδιος ο Σμαραγδής έχει δηλώσει επ' αυτού:

Το βασικό εύρημα της ταινίας ήταν η μη-ομιλία του Καβάφη. Στην πορεία άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν μιλάει ο Καβάφης γιατί την θέση των πραγμάτων που θα έλεγε την κατέχει η ίδια η ποίηση. Το έχει γράψει και ο ίδιος "Απ' ότι έκανα και απ' ότι είπα, μην ψάξετε να βρείτε ποιος είμαι"... Μετά συνειδητοποίησα το εξής απλό, από άποψη δραματουργίας: η μνήμη επαναφέρει πάντα το έξω από εμάς, το άλλο, όχι το τι κάνουμε εμείς αλλά τι κάνει ο συνομιλητής μας. Και κυρίως δεν θυμόμαστε ποτέ τι λέμε οι ίδιοι. Ο Καβάφης στην ταινία θυμάται. Και στην προσωπική του μνήμη είναι μέσα, αλλά δεν ενεργεί, εισπράττει. Και αυτό που εισπράττει, κάτι το κάνει. Και η ταινία προσπαθεί να εξερευνήσει αυτό το κάτι. Από που πήρε απ' τη ζωή για να φτάσει στο αόρατο, το μη-ορατό. Αυτός είναι και ο σκελετός της ταινίας.

Αξίζει νομίζω να παρακολουθήσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την υπέροχη αυτή στιγμή του Ελληνικού Κινηματογράφου, τον οποίον άνετα δύναται και η Ποίηση να τον μεταχειρισθεί. Τη μουσική επένδυση, πολύ επιτυχημένη ομολογουμένως, υπογράφει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου:

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2007

Πρώτη ποιητική Τετάρτη στον Λόφο του Στράνη


Γράφει ο Βασίλης Μούτσιος
[Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ, 13.7.2007, φ. 3089, σ. 10]


Μια από τις ελάχιστες ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, στα πλαίσια του εορτασμού για το έτος Διονυσίου Σολωμού - Ούγου Φώσκολο, πραγματοποιήθηκε από το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, προχθές το βράδυ, στο Λόφο του Στράνη. Όσοι βρέθηκαν εκεί, είχαν την δυνατότητα να απολαύσουν την πρωτότυπη επιστημονική ανακοίνωση του πρωτοπρεσβύτερου, π. Παναγιώτη Καποδίστρια, με θέμα “Ο Διονύσιος Σολωμός από την «κλειδωνότρουπα», ελλείψει των κατάλληλων κλειδιών”, ενώ ακολούθως η Διευθύντρια του Μουσείου, Κατερίνα Δεμέτη, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του έργου “Τελευταίες Επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις” του Ούγου Φώσκολου, κάνοντας μία σκιαγράφηση της εποχής που γράφτηκε καθώς και στη σημασία του έργου, και ακολούθως, η ηθοποιός Τζένη Ρουσέα διάβασε αποσπάσματα από τις Τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις του Ούγου Φώσκολου και συγκεκριμένα τις Επιστολές της 11ης, , 13ης , 16ης , 23ης και 28ης Οκτωβρίου 1797.


Στον χαιρετισμό του, ο Πρόεδρος του Μουσείου Ιωάννης Στεφ. Παπαδάτος ανέφερε:


“Το Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, τιμώντας τη διπλή επέτειο των 150 χρόνων από το θάνατο του Διονυσίου Σολωμού και των 180 χρόνων από το θάνατο του Ούγου Φώσκολου οργανώνει για τη φετινή χρονιά μια σειρά εκδηλώσεων. Η διπλή επέτειος εγκαινιάστηκε στις 18 Μαΐου, Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων, και απόψε, συνεχίζοντας τις εκδηλώσεις, και πριν προχωρήσει στην ανάλυση του έργου τους μέσα από τις προγραμματισμένες ομιλίες ειδικών, που θα πραγματοποιηθούν το Φθινόπωρο, ξεκινά τον μήνα ανάγνωσης ποιητικών έργων, στον γεμάτο ιστορία και ομορφιά χώρο του Λόφου του Στράνη. Οι ποιητές που τιμάμε φέτος είχαν βαθιά συνείδηση για το ρόλο που παίζει η γλώσσα και το ύφος στην ποίηση, καθώς και για τις συνέπειες που είχε σ’ αυτήν, η λέξη. Μα κοντά σ’ αυτό γνώριζαν πως κάθε λόγος για την ποίηση οφείλει να είναι λόγος ποιητικός. Γιατί ο λόγος περί της ποιήσεως δεν μπορεί παρά να εδράζεται στην ίδια αγάπη των λέξεων πάνω στην οποία εδράζεται η ποίηση.
Με αυτή τη σκέψη το Μ.Σ.&Ε.Ζ., προσκαλεί έναν πολυβραβευμένο σύγχρονο Ζακυνθινό ποιητή, τον Πρωτοπρεσβύτερο Πατέρα Παναγιώτη Καποδίστρια, για να εγκαινιάσει την πρώτη ποιητική βραδιά του μήνα, και ο οποίος θα μας μιλήσει με θέμα: «Ο Διονύσιος Σολωμός από την «κλειδωνότρουπα», ελλείψει των κατάλληλων κλειδιών».
Στην συνέχεια η αγαπημένη Τζένη Ρουσέα, που μας κάνει την τιμή να είναι απόψε μαζί μας, θα διαβάσει αποσπάσματα από τις «Τελευταίες Επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις» του Ούγου Φώσκολου. Γιατί Ηθοποιός δεν σημαίνει μόνο Ποιώ Ήθος. Ηθοποιός σημαίνει και μεταφέρω το Ήθος του Ποιητή.
Αυτό το Ήθος θα προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις τρεις ποιητικές βραδιές του Ιουλίου…”


Στη συνέχεια η Διευθύντρια του Μουσείου, Κατερίνα Δεμέτη, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του έργου “Τελευταίες Επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις” του Ούγου Φώσκολου, κάνοντας μία σκιαγράφηση της εποχής που γράφτηκε, αλλά και της σημασίας του έργου αυτού για το σύνολο της εργογραφίας του Φώσκολου. Χαρακτηριστικά είπε:


“Οι τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις είναι το πρώτο και ταυτόχρονα το πιο εκρηκτικό έργο του Φώσκολου, στο οποίο μπαίνουν οι βάσεις όλων των δραματικών και ρομαντικών στοιχείων, που στη συνέχεια θα χαρακτηρίσουν την ποιητική πορεία του. Στο έργο αυτό ο ιδεαλισμός συγκρούεται αμείλικτα με την πραγματικότητα, καθώς ο Φώσκολος προσωποποιεί τις αντιφάσεις της εποχής του, τις προσωπικές του εμπειρίες τα συναισθήματα και τα πάθη του, φτιάχνοντας τον Τζιάκοπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του και οδηγώντας τον σιγά σιγά σε μια λυτρωτική αυτοκτονία, που θυμίζει πολύ τον Βέρθερο του Γκαίτε. Το έργο αρχίζει να δημοσιεύεται το 1798 σε μια ταραχώδη για την Ιταλία εποχή, όταν ο ποιητής βρίσκεται στη Μπολώνια. Το 1802 τελειώνει το έργο και τον Οκτώβριο πραγματοποιεί την πρώτη ολοκληρωμένη δημοσίευσή του, η οποία δημιούργησε θαυμασμό και αμηχανία στις παλαιότερες γενιές. Ο Τζιάκοπο Όρτις ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Σκοτώθηκε το Μάρτιο του 1796 σε ηλικία 23 χρονών. Ο Φόσκολος τον γνώρισε όταν ήταν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Το α΄ μέρος του έργου είναι αφιερωμένο από τον Λορέντσο Αλντεράνι στον αναγνώστη. Αυτός είναι ο υποτιθέμενος μετά θάνατον παραλήπτης των επιστολών του Τζιάκοπο. Στο πρόσωπό του, κάποιοι αναγνώρισαν τον τραγωδιογράφο G.B. Niccoloni (1782-1861), που ως νέος υπήρξε στενότατος φίλος του Φόσκολο”.

Από το Λιμάνι του Τζάντε μέχρι τον Γέρακα







Με τούτα και με τ' άλλα, το Ιστολόγιό μας νομίζω ότι βάρυνε και μάλιστα σε καψερό καιρό. Γι' αυτό σήμερα προτείνω, να επιχειρήσουμε μια μικρή έξοδο απ' το νησί. Όχι πολύ μακριά (μακάρι νά ήτανε...), αλλά μέχρι το Ακρωτήριο του Γέρακα, στον Βασιλικό.

Σαλπάρουμε, λοιπόν, απ' το Λιμάνι, στο μόλο του Αγίου Διονυσίου, αφήνουμε πίσω μας τη Χώρα σχίζοντας τα νερά, περιπλέουμε τον Σκοπό, ενώ σε πρώτο πλάνο δεσπόζει ο κατάφυτος Λόγγος του Αγίου. Σε λίγο διακρίνουμε το γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στον Βασιλικό και τελικά φτάνουμε στον Γέρακα!

Τι; Θέλετε κι άλλο; Μιαν άλλη φορά. Καιρός να γυρίσουμε. Έχουμε και δουλειές!...

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2007

Δέκα φωτοστιγμές από την έπαυλη του Αμπελοράβδη











Με την Έπαυλη του Αμπελοράβδη, πρώην Μπούλτσου και σήμερα ιδιοκτησίας Κάρδαρη, έχουμε ασχοληθεί σε παλαιότερο σχόλιό μας, αναφερόμενοι στα πορτόνια της. Το όμορφο αυτό ζακυνθινό Κτήμα στο έμπα του χωριού Καληπάδου, περικλείει κάποια γοτθικίζοντα κτίρια μπαρόκ, τα οποία φθίνουν ολοένα, γονατισμένα απ' τους αλλεπάλληλους Σεισμούς και τα σωρευόμενα φορτία του Χρόνου. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες κάνουν ό,τι μπορούν για να τα συγκρατήσουν όρθια, ενώ από πλευράς του Υπουργείου Πολιτισμού (;;;) οι γνωστοί υπευθυνοανεύθυνοι κωφεύουν, δικαιολογούμενοι μάλιστα (ακούστε κι αυτό και κλάψτε:) ότι, σύμφωνα με τα κιτάπια τους, τέτοια έπαυλη δεν ...υπάρχει στον τόπο εκείνον ολωσδιόλου.
Εμείς κάναμε μιαν ιδιωτική φωτογράφηση των γερμένων κτιρίων (ευχαριστώντας τη φίλη γιατρό Αικατερίνη Κάρδαρη, η οποία ευγενέστατα μάς το επέτρεψε), θέλοντας αφ' ενός μεν ν' αποδείξουμε ότι τα κτίρια όντως υπάρχουν υπομένοντας (για πόσο ακόμη;), αφ' ετέρου δε να ευαισθητοποιήσουμε όσους χρειάζεται...

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Ο Διονύσιος Σολωμός από την «κλειδωνότρουπα», ελλείψει των κατάλληλων κλειδιών

[Εκτενή αποσπάσματα Ομιλίας του π. Π.Κ., κατά την έναρξη του «Ποιητικού Ιουλίου 2007», χθες το βράδυ στον Λόφο του Στράνη, που διοργανώνει αυτό τον καιρό το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, με την ευκαιρία του Έτους Διονυσίου Σολωμού και Ούγου Φώσκολου.
Αμέσως μετά την Ομιλία αυτήν, η δημοφιλέστατη Ζακυνθινή ηθοποιός Τζένη Ρουσέα, απέδωσε αριστοτεχνικά ορισμένα αποσπάσματα από τις «Τελευταίες Επιστολές του Τζάκοπο Όρτις» του Φώσκολου.]

Τι δύναται ή δικαιούται ν’ αρθρώσει ένας σύγχρονος Ζακύνθιος για τον κραταιότερο των Ζακυνθίων; Τι λεκτικά στέφη να πλέξει ένας εφήμερος στιχοπλόκος της λεγόμενης «γενιάς του ιδιωτικού οράματος» για τον Αρχιμάστορα του ελληνικού Λόγου κι εκφραστή των εθνικών (αλάλητων) καημών; Τι εγκώμια να συνθέσει ένας κάποιος ιερωμένος για τον Έναν Διονύσιο, τον ασκητή «εγκάτοικο» του Αγίου Λύπιου, τον αυτήκοο μάρτυρα των σεπτών Παθών του Γένους, ο οποίος αναπνέει διαρκώς μέσα στο Αποκαλυπτόμενο Μυστήριο με την άνεση πολιού αναχωρητή, κατέχοντας απέξω κι ανακατωτά την διάλεκτο και τους ιδιωματισμούς του Απείρου; Κι όλες αυτές οι προσωπικές μου επιφυλάξεις, με δεδομένη και δεσμευτική (έως απαγορευτική σχεδόν) την περίπτωση του τελευταίου ιερατικού των Ποιητών, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος με συστολή και περίσκεψη παραδεχόταν παλαιότερα: «Η υπόθεση Σολωμού είναι πολύ μεγάλη και ιερή για μένα. Μιαν ολόκληρη ζωή περιμένω να αισθανθώ ώριμος για να μιλήσω όπως τού αξίζει. Και η στιγμή δεν έφθασε. Ίσως δεν φθάσει ποτέ. Οπωσδήποτε δεν θα ήθελα να κάνω κάτι συμβατικό». Μόλις το 1991, στην εποχή της ωριμότητας και της πνευματικής του καθαρότητας πλέον, μες από «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», ορθρώνοντας μάλιστα ανθηρότατο μεγαλυνάριο «συντριβής και δέους», τον γεραίρει, μεταξύ άλλων, μ’ ετούτα τα λόγια:

«Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός (…)
Που μόνο η σκέψη σου μού ‘καψε όλα τα χειρόγραφα
……………………………………………………………..
Ο άγνωστος που υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω».


Ποιος; Ο Ελύτης, μπροστά στον Σολωμό!... Παραδέχεται, ότι υπήρξε ένας «άγνωστος», ο οποίος θα ξαναέλθει στην ανωνυμία και την αφάνεια… Ποιος; Ο Ελύτης!!!

Τολμώ, παρ’ όλ’ αυτά -κατά τρόπο λες θρασύ, σχεδόν ιδιότροπο και συνεπώς βέβηλο, ελπίζω πάντως (ως εκ τούτου γόνιμο)- να τον κατασκοπεύσω έστω και από την «κλειδωνότρουπα», που θάλεγε κι ο ίδιος, να τον ιδώ θεοπρεπή και ωραίον, παραδομένον εντούτοις σε πειρασμούς εσώψυχους και στοχασμούς των ορίων. Διατηρώ πάντα την «τρελή» πεποίθηση, ότι ο Σολωμός συνεχίζει να κυκλοφορεί ευθυτενής και αρχοντικός δίπλα μας, γύρω μας, πίσω από τα γνώριμα πεζούλια και τα μακρόβια λιόφυτα του Μπόχαλη.
[…]
Σάς εξομολογούμαι, ότι κάθε φορά που, οδεύοντας άπολις προς την πόλη της Ζακύνθου, περνώ απ’ τον Λόφο του Στράνη (πολυάσχολος ή αφηρημένος, προβληματιζόμενος ή αγχωμένος για τα πλείστα όσα, περιπεπλεγμένος σε χίλιες δυο μέριμνες βιοτικές), νιώθω τον πανίερο κι ευεργετικό Ήσκιο του αεί παρόντα (μα λανθάνοντα, ευτυχώς), να γυροδιαβαίνει αθέατος και μονήρης τα στοιχισμένα λεωφορεία, με τα οποία εκδράμουν εκ περάτων συνήθως (προς χάριν του, υποτίθεται) τα Κ.Α.Π.Η. και ο μαθητόκοσμος, ορδές σχετικο-ασχέτων. Τον διαισθάνομαι, να ξαποσταίνει στα ερωτόσημα παγκάκια του Λόφου, να ψαύει αναγνωριστικά τ’ ανεξήγητα γκράφιτι των αρχαίων κυπαρισσιών του τριγύρω ευφρόσυνου χώρου, να λερώνει απορημένος τα υποδήματά του ενίοτε στα παρατημένα από χθες βράδυ φονικά εργαλεία των εφηβικών δήθεν παραδείσων, που -δυστυχώς- ευδοκιμούν κάποτε εδώ.
[…]

Αν ο καθένας από εμάς, διαπλέοντας αναπόφευκτα κάποια στιγμή την προσωπική του εξόδιο Αχερουσία, εγκαταλείπει στα μετόπισθεν –έτσι κι αλλιώς- ανεξίτηλα χνάρια παντού (όπου ακράγγιξε η ψυχή και η δημιουργική ενέργεια του νου και του σώματος), πόσο μάλλον ο Σολωμός, ο οποίος συμπύκνωσε με απαράμιλλη σοφία και παρήγαγε καλλίκαρπα, με θαυμαστή γλωσσική και νοηματική δεξιότητα, τις μύριες όσες της καρδιάς κρυφιότητες και κυμάνσεις, αθανατίζοντάς τες «Μεσ’ στ’ Άγιο Βήμα της ψυχής», με κυρίαρχη μυστική μέθοδο (μονόδρομο) το «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο», διότι -θέλοντας και μη- «Πολλοί ‘ναι οι δρόμοι πώχει ο νους», όπως ο ίδιος παραδέχεται.

Οι στίχοι του (λαβυρινθώδεις και αλλοπρόσαλλοι στ’ Αυτόγραφα θαρρείς, παραμυθητικοί έως «φιλοκαλίας» στην ακρόασή τους), διαθέτουν όντως «οσμήν ευωδίας πνευματικής», έτσι που νύσσουν δημιουργικά, ή μάλλον κατανύσσουν αγαπητικά, τον υποψιασμένον αναγνώστη. Με τις ποιητικές του (αυτο)σχεδίες διαπερνά εκείθεν το Πρόσωπο, τις ταλανιζόμενες ελπίδες, τις αγάπες, τα νοούμενα και τα υπονοούμενα. Με τις εαρινές του εξάρσεις –διαρκούντος μάλιστα του αισθητού χειμώνα και του υπεραισθητού εσώτατου και μόνιμου ψύχους, του ορατού ψεύδους και του αόρατου πολέμου- ανάγει και καταξιώνει σε ύψος περιωπής λέξεις, τοπία, αισθήματα, πτώσεις και αναστάσεις, έμψυχα, εσώψυχα και άψυχα, ιδέες και ύλη, όνειρα και ρεαλισμό, σάτιρες ή λυγμούς, φαρμακωμένους, φεγγαροντυμένους ή λαμπροφόρους αμαρτωλούς, λυτρωμένους ωστόσο.
Ερανίζομαι λιγοστούς σολωμικούς δεκαπεντασύλλαβους από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», υποστηρικτικούς της διασώζουσας αναγωγικότητας, την οποίαν επιτυγχάνει ο Ποιητής:

«Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.

Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για τη γλυκειάν ελπίδα.

Κρυφή χαρά ‘στραψε ‘ς εσέ κάτι καλό ‘χει ο νους σου.

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά˙ όλα τ’ αστέρια βγάνει.

Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Κι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πώχει.

Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο.

Για να μού ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

Στον κόσμο τούτον χύνεται και ‘ς άλλους κόσμους φθάνει.

Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση.

Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη.»


Τι παράδοξο, αλήθεια! Αν προσέξατε, θα διαπιστώσετε αμέσως ετούτο: Οι εντελώς τυχαία επιλεγμένοι αυτοί σολωμικοί στίχοι διαθέτουν τόσην ευπλασία και τέτοια ζωντάνια υφής και ήθους, ώστε ο ανυποψίαστος ακροατής τους, να θεωρήσει ενδεχομένως, ότι βρίσκονται αρμοσμένοι στο ίδιο και το αυτό ποίημα, με άρτιο νόημα και αυτόνομη δομή. Μόνο στον Σολωμό -θεωρώ- και στα ιερά του στιχηρά θα μπορούσε να ισχύει το απρόβλεπτο ετούτο.

Η Γυναίκα της Ζάκυθος» αποπνέει σαφέστατα την ίδια υπερβατική ευωδία, που αναδίνουν τα εξαίσια εκείνα έργα της Αποκαλυπτικής Γραμματείας των δύο πρώτων της αιώνων και δεν εννοώ μονάχα την «Αποκάλυψη του Ιωάννου», κάτι που ήδη έχει από της ειδικούς επισημανθεί.
[…]

Δείτε με προσοχή τη «Γυναίκα της Ζάκυθος»!... Πρόκειται περί οράματος του έμπειρου στη θέα των αθεάτων και ταυτόχρονα κριτικού οφθαλμού του πολυπικραμένου Ιερομονάχου, ο οποίος, ασχολούμενος συνήθως με «κάτι υπόθεσες ψυχικές», οδηγείται τώρα, να γυρέψει «ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό». Κι της, το επιτυγχάνει! Οι ξεσπιτωμένες εξάλλου Μεσολογγίτισσες ζητιανεύουν δίχως πια ίχνος ντροπής από πόρτα σε πόρτα υπέρ του κοινού της πόλης της αγώνα.
[…]

Όποιος βρει την ευκαιρία να επισκεφτεί τον κρημνώδη λόφο και ναό του Άι Λύπιου, την ώρα μάλιστα, που «θολώνουνε τα νερά», θα οσμιστεί αναμφίβολα το πέρασμα πριν από λίγα μόλις δευτερόλεπτα του ασκητικού Ήσκιου του προορατικού «εγκατοίκου», θ’ ακούσει ν’ αλυχτάν ή και να βαΐζουν τα διαχρονικά και γνώριμα «ψωρόσκυλα». Θ’ αφουγκρασθεί καταρούσες γερόντισσες «γονατισμένες και ξέπλεκες» επί το έργον, θα ξεδιακρίνει ανέραστες γυναίκες και ήδη γέροντες εφήβους της μοντέρνας φτωχοπροσφυγιάς στο έλεος των όσων αγαθών ή παμπόνηρων εντοπίων. Θα νιώσει οπωσδήποτε μια και δυο φορές την ημέρα «να τρέμει η γη από κάτου από τα πόδια». Θα εισοδεύσει επιτέλους «στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο», στ’ Όνειρο λες, ή στο παρακείμενο έστω σπήλαιο τ’ ανεξερεύνητο, εκεί όπου θα κολάζεται αέναα η κακάσχημη Γυναίκα.
Κι αν η επίσκεψη συμπέσει με Κυριακή του Αντίπασχα (ή, καλύτερα, των άπιστων Θωμάδων) στο Πανηγύρι του Άι Λύπιου, η Λύπη αίφνης καταργείται, διότι ως «λύτρον λύπης» (κατά την ορθόδοξη υμνογραφία) η κοσμοχαρμόσυνη «ημέρα της Λαμπρής» -και μάλιστα «με καθαρώτατον ήλιον»- αποτελεί τον ιαματικό καταλύτη του Επάνω και του Κάτω Κόσμου. Τότε ασφαλώς «ομπροστά της Αγίους», μες από τις θαμνώδεις των εκκλησιών (κατά την απαράβατη τοπική παράδοση) δάφνες της Ανάστασης, θα μεταλάβει πανευφρόσυνα του ακριβού και αυθεντικού νοήματος της ύπαρξης (Σώματος κι Αίματος Ζωής), ενώ η Γυναίκα, μαζί και ο Λάμπρος ο πολύαθλος, από το αλωμένο ήδη Κράτος του Θανάτου
«Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
ν’ αγροικηθή στης κόλασης τον πάτο.»

Ο Ελύτης πάντως, ευρισκόμενος προσκυνητής ευλαβικός το 1980 στη Ζάκυνθο, διαρκούντος μάλιστα του «Χριστός Ανέστη» εκείνης της χρονιάς, κατόρθωσε (της ο της δήλωσε τότε) «ν’ αναβαπτισθεί στο πνεύμα του Σολωμού […]» και κατέθεσε, μες από τον «Μικρό Ναυτίλο» του, ένα «στιγμιότυπο» του έκτακτου συγκλονισμού, τον οποίον υπέστη:
«Δειλινό στο Ακρωτήρι, στο παλιό σπίτι του Διονυσίου Σολωμού. Μπρος από το μεγάλο, στρογγυλό, πέτρινο τραπέζι του κήπου. Δέος και σιωπή. Και συνάμα υπόκωφη, παράξενη παρηγορία».

Τα πρόσωπα, τα προσωπεία, οι χρονικές διαδοχές, οι διαδρομές και τα τοπία στο σολωμικό corpus (αν βέβαια ιδωθούν μετά από μια δεύτερη μα και Τρίτη ανάγνωση) δεν υπόκεινται σε λογικούς συνειρμούς. Ο Διονύσιος, ως όντως Ποιητής, αυτοαναιρείται και αυτοκαθαίρεται. Είναι απρόβλεπτος, ένας, μονήρης και μοναδικός. Εκεί που πονάει, συμπονά, γλυκαίνει κι ευφραίνεται. Εκεί που σατιρίζει και κολάζει, κολάζεται. Εκεί που ανασταίνει, ανασταίνεται. Εκεί που πεθαίνει, ερωτεύεται. Ταυτόχρονα, εξαίρει (εμφυσώντάς της μάλιστα δημιουργικό λογισμό) την πέτρα, το χορτάρι, το χώμα, το κρίνο, το πουλάκι, τα προβατάκια, το σπειράκι, το σκουληκάκι… Θα ημπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ότι πρόκειται για μιαν αποθέωση των ταπεινών, των άψυχων και των υποκοριστικών, για μιαν εκτεταμένη επικράτεια των Πραγμάτων στην αρχαϊκή της αθωότητα.

[…]
Όλα ετούτα και άλλα τόσα απαρτίζουν την κατ’ εξοχήν ηρωική σολωμική κουστωδία. Οι άλλοι, οι σε πρώτη ανάγνωση διαφαινόμενοι πρωταγωνιστές (οι Μεσολογγίτισσες, ο Σουλιώτης, ο Λάμπρος, η Μαρία, η τρελή μάνα, η Γυναίκα της Ζάκυθος) στέκονται ουσιαστικά στον αντίποδα του ηρωισμού. Είναι αυτοί που είναι: Κλαίνε, φοβούνται, πενθούν, πολεμούν, τραγουδούν, γελούν, μοιρολογούν, υποψιάζονται, αμαρτάνουν, ελεούν, εγκληματούν, επαίρονται, προσεύχονται, κακιώνουν, ερωτεύονται, χορεύουν, θανατώνονται, ανασταίνονται… Πρόκειται –μ’ έναν λόγο- για σάρκινες και οστέϊνες υπάρξεις, που χαρακτηρίζονται από τη σύμφυτη ροπή στην πτώση, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα της ανόρθωσης. Πρόκειται για καθημερινούς ανθρώπους με πάθη, απάθειες, εμπάθειες, συμπάθειες, αντιπάθειες…
[…]

Ξαναλέω και υποστηρίζω, ότι ο Σολωμός περιδιαβαίνει ευτυχώς ακόμη το γονικό του νησί, Ένας, Μονήρης και Μοναδικός, παρά τις πολυποίκιλες αλλαγές, που άφευκτα επήλθαν εν τω μεταξύ στον τόπο και στον τρόπο των Ζακυνθίων. Από θέση κυρίαρχη και κατά τρόπον αλλότριο για την πεπερασμένη μας νόηση, εμπνέει πάντα. Δεν θα σταθώ στη μετασολωμική τοπική διανόηση, η οποία ευκαίρως ακαίρως (ή του ύψους ή του βάθους) τον μνημονεύει, νοηματοδοτούμενη από την αεί παρουσία του. Θέλω να επιμείνω σε κάποιους (όχι λίγους) απλοϊκούς ποπολάρους, οι οποίοι ποτέ δεν έμαθαν, όχι το πού υπάρχει, αλλά τι εστί «σχολείο», μα που, μες από διεργασίες απερινόητες και ακατάληπτες, ένιωσαν τις ίδιες συθέμελες δονήσεις με τον κόντε Διονύσιο, τα αίματά τους αλληλοπεριχωρήθηκαν άγνωστο πώς και πότε, έτσι που παρήγαγαν (ως ανάγκη πλέον αναπνοής) στιχάκια σολωμίζοντα, δίχως ποτέ να υποψιασθούν (είμαι προς τούτο σίγουρος) ποιος, τι και πώς ο Σολωμός.

Έχω πρόχειρες δυο τέτοιες λανθάνουσες –μα συναρπαστικές- περιπτώσεις λαϊκών στιχοπλόκων, που έζησαν βίο στερημένο και αναπόδραστο, όπως άλλωστε χιλιάδες άλλου ανώνυμοι ποπολάροι των τελών του 19ου και αρχών του 20ού αιώνα. Το χωριό τους, τέσσερα μόλις χιλιόμετρα απ’ το Σολωμέικο, στη σκιά κυριολεκτικά του Ποιητή, στην αγκαλιά των λόφων. Το θαύμα συντελέστηκε: Ο ίδιος ευοίωνος αέρας, τα ίδια νηφάλια δέντρα, το ίδιο ευεργετικό νερό, ο ίδιος αλάλητος πόνος, οι ίδιοι πόθοι μεθυστικού, ο αυτός ομφάλιος λώρος της Παράδοσης και μάλιστα των δημοτικών τραγουδιών μας, κυοφόρησαν και γέννησαν εντέλει στιχουργήματα της αυτής –τολμώ να πω- έντασης μ’ Εκείνον˙ τον Έναν, τον Μονήρη και Μοναδικό.
Γράφει η Αθηνά Ζαρκάδη με κόκκινο μελάνι (χρώμα του σύντομου και του ακριβούς) σε σχισμένες σελίδες παλιού σχολικού τετραδίου, μ’ εντελώς ανορθόγραφη (τι Σας θυμίζει αυτό;) πλην όλο αυτοπεποίθηση και συναίσθημα γραφή:

α΄
«Τυραννισμένε λογισμέ και νου βασανισμένε

β΄
Ο ήλιος αποφάσισε την πόρτα μου ν’ ανοίξει
να έμπει ένα χρυσό πουλί για να μού κελαδήσει
ν’ ανοίξει την καρδούλα μου να με παρηγορήσει.»

Ένας άλλος λαϊκός ποιητάρης, ο Π. Κ., που ξόδεψε τη σύντομη ζωή του μέχρι σταγόνας μεταξύ ταβερνείων, κιθάρας, στίχων και κρασιού (τι Σας θυμίζει ετούτο πάλι;) τραγουδούσε, για να ξεχάσει τον πρόωρο χαμό της μάνας των δεκαεπτά παιδιών του:

«Ζητάω μνήμα έρημο, ζητώ το θάνατό μου
αφού εσένα έχασα, το δόλιο όνειρό μου.»

Τα σχόλια δικά σας. Απλώς υπενθυμίζω: Οι δυο παραπάνω στιχοπλόκοι ποτέ δεν υποψιάστηκαν ποιος, τι και πώς ο Σολωμός.

Και τώρα, η ώρα του επιλόγου. Που σημαίνει, ότι θα έπρεπε να οδηγηθούμε σε σύνοψη, πόρισμα, κατακλείδα. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση του Σολωμού, φαντάζει αδιανόητο κάτι τέτοιο, διότι γι’ Αυτόν, ό,τι κι αν ψελλίσεις, όσο κι αν επιθυμείς να πείσεις τον εαυτό σου, ότι προσέλαβες τα μηνύματά του, βρίσκεσαι ουσιαστικά σ’ ένα πρώτο πάντα (κατ’ επίφασιν ερμηνευτικό) στάδιο προσέγγισης. Κατά συνέπειαν, πώς να θέσεις σκέψεις επιλογικές στα όποια περί Σολωμού ψαξίματά σου, αφού δεν έχεις ακόμη αρθρώσει λόγον εύρωστο και στέρεο για το μεγαλείο Εκείνου, ο οποίος «αναπαρθένευσε» (κατά τον Ελύτη) τον ποιητικό των Συνελλήνων λόγο; Απλώς, προσυπογράφουμε ανεπιφύλακτα την εύστοχη και αφοπλιστική εκτίμηση του παράδοξα απόντος κορυφαίου διανοητή Δημήτρη Λιαντίνη, ότι δηλαδή «ο Σολωμός […] είναι ο Κανένας που ενίκησε τον Κύκλωπα της Μέριμνας, και καταστάθηκε να γίνει ο ένας με τ’ όνομα».

Follow by Email

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails