© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Ακτίνες Χ, αποκάλυψαν τα προσχέδια της «Παρθένου των Βράχων»




Ο διάσημος πίνακας «Η Παρθένος των Βράχων» του ιδιοφυούς καλλιτέχνη Λεονάρντο ντα Βίντσι είχε αρχικά μία διαφορετική σύνθεση, όπως αποκαλύφθηκε από μία νέα μελέτη του από την Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, η οποία έφερε στο φως δύο διαφορετικά προσχέδια με τα ίδια πρόσωπα του δημοφιλούς έργου σε διαφορετικές στάσεις από την τελική εκτέλεσή τους.

Στην πρώτη σύνθεση, ο άγγελος κρατά τον Ιησού βρέφος πολύ πιο σφικτά και οι δύο φιγούρες έχουν σκιτσαριστεί πιο ψηλά στην επιφάνεια του πίνακα. Η Παρθένος επίσης κοιτάζει προς την πλευρά του ζεύγους των μορφών αυτών, αντί να στρέφει το βλέμμα προς τα κάτω, όπως στον τελικό πίνακα. Μία δεύτερη σύνθεση προσεγγίζει πολύ περισσότερο στο τελικό αποτέλεσμα, όμως το πιο σημαντικό είναι πως ρίχνει ακόμη πιο άπλετο φως στη διαδικασία της καλλιτεχνικής εργασίας του Λεονάρντο. Στη σύνθεση αυτή το κεφάλι του Ιησού βρέφους εμφανίζεται προφίλ και ορισμένες από τις μπούκλες του άγγελου έχουν απαλειφθεί. Οι ειδικοί εντόπισαν επίσης αποτυπώματα από χέρια στην επιφάνειά της από το σβήσιμο των γραμμών πάνω στην επιφάνεια του πίνακα, τα οποία ίσως ανήκουν σε κάποιον από τους βοηθούς του καλλιτέχνη, ή ακόμη και στον ίδιον τον ντα Βίντσι.

Οι νέες αποκαλύψεις πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση υλικών τα οποία περιείχαν ψευδάργυρο, που επιτρέπει στα επικαλυμμένα σχέδια να γίνονται ορατά στις φωσφορίζουσες αποτυπώσεις των ακτίνων Χ. Η επιστημονική ανάλυση του πίνακα χρησιμοποίησε επίσης νέες ειδικές αποτυπώσεις υπέρυθρων και υπερφασματικών ακτίνων. Η έρευνα, που ξεκίνησε το 2004 είχε δείξει αρχικά πως η στάση της Παρθένου είχε αλλάξει, αλλά τότε λίγα είχαν αποκαλυφθεί για τις άλλες αλλαγές στις θέσεις των άλλων προσώπων του πίνακα. Το 2008 είχε πραγματοποιηθεί μία 18μηνη συντήρηση κι αποκατάσταση του πίνακα, ο οποίος ξαναεκτέθηκε προς τέρψιν του κοινού το 2010.

Ο πίνακας «Η Παρθένος τω Βράχων» αποτελεί τη δεύτερη εκδοχή του Λεονάρντο για το ίδιο θέμα (μολονότι πολλοί μελετητές αμφισβητούν την πατρότητα του μεγίστου των καλλιτεχνών της Αναγέννησης). Πολλοί ειδικοί θεωρούν πως οι πελάτες του Λεονάρντο δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τον αρχικό πίνακα και τον ανάγκασαν να τον ξαναφιλοτεχνήσει. Η πρώτη εκδοχή του 1480 ανήκει στο Μουσείο του Λούβρου.

Η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου ανακοίνωσε την ανακάλυψη των επικαλυμμένων σχεδίων πριν το άνοιγμα της νέας έκθεσης στις 9 Νοεμβρίου, στην οποία το κεντρικό έκθεμα θα είναι η «Παρθένος των Βράχων» και θα αφιερώνεται στον εορτασμό των 500 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου καλλιτέχνη. Η έκθεση θα καταλαμβάνει τις αίθουσες του ισογείου της Πινακοθήκης και οι θεατές θα μπορούν να εξερευνήσουν τους τρόπους και τη διαδικασία εκτέλεσης των έργων του με βάση τα ευρήματα και τις αναλύσεις της επιστημονικής έρευνας.

Γιώργης-Βύρων Δάβος
Πηγή: Artsy Magazine

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Φυσική ζωή στα πέριξ του Johannesburg


Ταξίδεψε και φωτο-αποτύπωσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας










Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Φίλοι με μια καμηλοπάρδαλη στα περίχωρα του Johannesburg {2}


Ταξίδεψε και φωτο-αποτύπωσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας








Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Φίλοι με μια καμηλοπάρδαλη στα περίχωρα του Johannesburg {1}


Ταξίδεψε και φωτο-αποτύπωσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας










Τρίτη, 13 Αυγούστου 2019

Μισόλογα του ρεμβασμού


Αντώνης Παπαβασιλείου

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Μεσημέρι.
Μολύβι πεταμένο 
στο πάτωμα.
Σκόρπιες έγνοιες, σελίδες, 
τα παρατημένα παιχνίδια 
των παιδιών 
που μεγάλωσαν.

*

Ακούς 
τον ήλιο.
Ο μπαγάσας
διαφεντεύει
αμέριμνος.

*

Τσαλακωμένα
χαρτιά 
της τάξης 
που έφυγε.
Κι άλλα του χειμώνα
οικεία ενθύμια.

*

Μεσημέρι.
Ακούς
τον δρόμο να γράφει ιστορίες.
Μισόλογα
του ρεμβασμού.

----------------------------------------
Εικόνα: Albert Marquet "La persienne verte"

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2019

20 ζωντανές μαρτυρίες για τη Σεισμοπυρκαγιά του 1953 στη Ζάκυνθο


Συνεντεύξεις - γενική επιμέλεια: ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Για την φετινή 66η Επέτειο της Σεισμοπυρκαγιάς του 1953, επέλεξα να συγκεντρώσω ζωντανές μαρτυρίες, από άτομα που βίωσαν άμεσα ή έμμεσα την όλη καταστροφή!

Ομολογώ, με συγκίνησε η προθυμία όλων των φίλων που προσέγγισα και άλλοι μέσω διαδικτύου άλλοι τηλεφωνικά από Ελλάδα, μου απάντησαν στο ερώτημα που τους έθεσα: Πού και πώς σας βρήκε ο Μεγάλος Σεισμός;

Συμμετέχουν 20 άτομα, ηλικίας σήμερα μέχρι 94 ετών! Δημοσιεύω τα κείμενά τους έτσι ακριβώς όπως μου τα έστειλαν/υπαγόρευσαν. Φυσικά τα επιμελήθηκα, διορθώνοντας, τυχόν ορθογραφικά, συντακτικά και εκφραστικά λάθη. Για τυχόν ιστορικές ανακρίβειες, ευθύνονται οι ίδιοι, καθόσον εγώ, σεβόμενη την προσπάθεια τους, δεν άλλαξα τίποτα από το κείμενο. Δημοσιεύονται,  με την σειρά που το κάθε κείμενο έφτανε στα χέρια μου.

Απευθύνω ένα πολύ μεγάλο Ευχαριστώ σε Όλες και Όλους, όχι μόνο για την προθυμία τους και για τον κόπο που κατέβαλαν να τα γράψουν, αλλά  προ παντός, για το ότι αναγκάστηκαν να επισκεφτούν μνήμες οδυνηρές.

Να είστε όλες/οι καλά πάντα!
δ.μ.



Ουρανία Κοτσώνη Γιαννούλη, ετών 94

Ήμουν 28 χρονών περίπου το 1953.
     Αυτά που συγκράτησε μέχρι σήμερα η μνήμη, είναι ότι εκείνο το πρωινό,  είχαμε κατεβεί στην Πλατεία Ρούγα, (μέναμε στη χώρα),  και σουλατσάραμε γύρω κάνοντας βόλτες!
     Με τον φοβερό σεισμό, τρομοκρατηθήκαμε όλοι κι όσοι βρεθήκαμε εκεί γνωστοί και άγνωστοι,  τραβήξαμε προς το ψήλωμα πολύ φοβισμένοι.
     Θυμάμαι ακόμα, πως όταν ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, κατεβήκαμε πάλι όλοι όσοι είμαστε στο Ψήλωμα και βαδίσαμε προς το Λιμάνι!


Μαρία Σιδηροκαστρίτη     

Στα χωριά το 53 δεν έπαθαν τις καταστροφές της χώρας. Ναι μεν έπαθαν ρωγμές τα σπίτια τους αλλά δεν γκρεμίστηκαν. Το πατρικό μου υπάρχει ακόμη και είναι η αποθήκη του σπιτιού.
     Την μεγάλη ζημιά στα πέτρινα σπίτια τότε την έκανε η στέγη που τα ξύλα της (μπουντουνάρια) κτυπούσαν σαν σφυριά τις γωνίες των σπιτιών.
     Η μάνα μου, μου είχε πει πως ήταν στην αυλή και ξεσπύριζαν κουκούτσες από καλαμπόκι όλοι μαζί. Το σπίτι αυτό δεν κατοικήθηκε άλλο. Ο πατέρας μου έφτιαξε μια μπαράκα και μετά το σπίτι της αρωγής που ήταν μεγάλο διότι χρησιμοποίησε δύο αρωγές. Την δική του και του πατέρα του.
     Είχα ακούσει πως ένας θείος της μάνας μου κουβαλούσε με το κάρο από το Λουντζέικο της χώρας  στη Σαρακίνα τα βιβλία τους.
     Με είχαν σε γυάλα και ποτέ δεν έλεγαν δυσάρεστα γεγονότα μπροστά μου! Πήγα 18 χρονών για να μάθω κάποια πράγματα.


Διονύσιος Μούσουρας, ετών 72

1953 Αύγουστος, Μπόχαλη.
     Ήμουν μόνο 6 χρονών, αλλά κάποιες θύμησες δεν ξεχνιούνται!
     Γιος του παπά Σπύρου  Μούσουρα, που ήταν εφημέριος στην Χρυσοπηγή στην Μπόχαλη.Μέναμε στο «κελί του παπά», οίκημα, συνεχόμενο της εκκλησίας, όπου κατοικούσε ο εκάστοτε εφημέριος.Το σπίτι πολύ παλιό βέβαια αλλά σε πολύ καλή κατάσταση, ευρύχωρο και όλα τα μπροστινά παράθυρα, έβλεπαν προς τη χώρα, με μοναδική θέα!
     Εκείνο το πρωινό, της 11ης Αυγούστου, ήμουν μόνος γιατί οι αδελφές μου Μαντούλα και Σούλα είχαν πάει στο Μπανάτο αποβραδίς με την Νόνα μας την Αντριάνα. (Μετέπειτα έμαθα πως ήρθε και τις πήρε η Νόνα ώστε η Μαμά μου να μπορεί να φροντίζει εμένα που ήμουν μικρός και νάχει το νου της μην συμβεί τίποτα χειρότερο, γιατί υπήρχε μεγάλος φόβος στον κόσμο),  έτσι  είχα καβαλήσει μία καρέκλα για να παίξω κάνοντας την  αλογάκι στο στενό ανάμεσα από το σπίτι μας και το σπίτι του Χλούμπα. 
     Ξαφνικά, γύρω στις 11, 11 και κάτι η ώρα, άρχισα να τραντάζομαι στην καρέκλα-αλογάκι, χωρίς εγώ να κουνιέμαι τόσο πολύ και μία βουή που  χαλούσε ο κόσμος. Ακούω τις καμπάνες της Χρυσοπηγής να χτυπούν δυνατά μόνες τους! Κοιτάζω γύρω και βλέπω να γκρεμίζεται το Καμπαναρίο, να γκρεμίζεται το σπίτι μας  και τον παπάκη μου έξαλλο από αγωνία και φόβο  να με αρπάζει απότομα και να με πετάει κάτω από τον χαμηλό όχτο στο λιοστάσι του Χλούμπα όπου έπεσα στα μαλακά. Μου φωνάζει μέσα στο χαλασμό ο παπάκης μου «πήγαινε πιο κάτω. Πάω για την μάνα σου.»
     Τα 'χασα, δεν ήξερα τι συμβαίνει, δεν είχα ιδέα τι είναι ο σεισμός! Μετά από λίγο ήρθε η μαμά μου κατατρομαγμένη, μ άρπαξε στην  αγκαλιά της και με φιλούσε και σχεδόν όλοι μας  οι Μποχαλιώτες πήγαμε  σε ένα Χωράφι που δεν είχε σπίτια γύρω, απέναντι από το σπίτι του Λάτα, όπως ανεβαίνουμε στην στροφή. Ο παπάκης μου ζήτησε από όλους να γονατίσουμε, γονατίζει με ευλάβεια κι εκείνος  και άρχισε να διαβάζει παράκληση και να να δέεται και να προσευχόμαστε όλοι μαζί  στον Θεό για να σταματήσει το κακό! 
     Λίγες ώρες αργότερα που κόπασε κάπως το δυνατό κούνημα, ξεθαρρέψαμε και πήγαμε πηδώντας μέσα στα χαλάσματα από τα γκρεμισμένα σπίτια, μπροστά στα γκρεμισμένα μουράγια της Χρυσοπηγής.
     Αυτό που αντίκρισαν τα παιδικά μου μάτια ήταν φοβερό! Βλέπαμε την φωτιά στην Χώρα από άκρη σε άκρη  και ακούγαμε τις σπαρακτικές  φωνές από τους φυλακισμένους: «Βγάλτε μας έξω», φώναζαν απεγνωσμένα. ( Οι Φυλακές ήταν σχεδόν κάτω από την Μπόχαλη και ακούγονταν οι απελπισμένες και οργισμένες φωνές των εγκλωβισμένων).
     Εκείνο το  βράδυ και για πολλά ακόμα, διανυκτερεύαμε στο χωράφι όλοι μαζί. Αργότερα, μας μοίρασαν Σκηνές και οι περισσότεροι Μποχαλιώτες κατασκηνώσαμε μέσα στο πολύ μεγάλο Περιβόλι του Γιάγκου του Λάτα που ευγενώς προσφερόμενος, μας παραχώρησε και ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα, παντρεύτηκε την μεγάλη μου αδελφή την Μαντούλα. 


Ανδρέας Πολυκαλάς, ετών 79  

Το πρωινό της 12ης Αυγούστου του 1953, βρέθηκα με την Μητέρα μου και τον αδελφό μου, (ο πατέρας μου πήγε στο μαγαζί, ήταν κουρέας),στο σπίτι της θείας μου της Ιωάννας που βρισκόταν ακριβώς στην Πλατεία του Α. Παύλου, δίπλα από την εκκλησία.
     Το σπίτι, μονώροφο, ήταν σχετικά νεόδμητο κι εκτός από τη θεία μου ήταν εκεί και οι δύο της κόρες Κάκια και Πόπη. Συζητούσαμε αμέριμνα όταν  γύρω στις 11.30 ακούσαμε ένα φοβερό υπόκωφο βουητό που από τον ήχο του έδειχνε τι θα επακολουθούσε. 
     Αγκαλιαστήκαμε τρομαγμένοι και σταθήκαμε στη μέση του δωματίου. Το σπίτι έτρεμε ολόκληρο και μετακινείτο αριστερά, δεξιά πάνω και κάτω λες και αόρατο γιγαντιαίο χέρι το έχει πιάσει από κάτω και το τινάζει στον αέρα! Απ΄ έξω ακουγόταν ο ορυμαγδός των κτιρίων που κατέρρεαν. Ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι  μέρος ενός τοίχου του σπιτιού γκρεμιζόταν.
     Διαπιστώνουμε, επίσης,  ότι η εξωτερική μαρμάρινη σκάλα του σπιτιού είχε ξεκολλήσει από τον τοίχο αλλά δεν είχε γκρεμιστεί. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε το κούνημα, βγήκαμε με φόβο στο μπαλκόνι για να δούμε τι γίνεται έξω! Φοβερό το θέαμα, τα σπίτια γκρεμισμένα γύρω κι η επιφάνεια του δρόμου είχε ανέβει τουλάχιστον δυο μέτρα από τα χαλάσματα γκρεμισμένων σπιτιών. Με μεγάλη δυσκολία καταφέραμε να βγούμε έξω και δρασκελίζοντας τα μπάζα κατορθώσαμε να φτάσουμε στο πλάτωμα του Α. Παύλου όπου είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι όλοι.
     Πολλοί ήταν τραυματισμένοι γεμάτοι αίματα πονούσαν ζητούσαν βοήθεια και έτρεχαν. Κάποιος κρατούσε αγκαλιά ένα μικρό αγόρι που έκλαιγε γοερά, τα ποδαράκια του ήταν τυλιγμένα σε μια φλοκάτη πετσέτα που ήταν πλημμυρισμένη στα αίματα! Με μεγάλη δυσκολία ξανά, προσπαθήσαμε να φύγουμε από το Καντούνι του Αγίου Ιωάννη των Λογοθετών για την παραλία. Μετά από αρκετή ώρα με τη γη να κουνιέται κάθε 2-3 λεπτά από σεισμούς που όλο γκρέμιζαν και κάτι, η θεία με τα κορίτσια κάνανε γιουρούσι για να βγούνε στα Καμίνια. Εμείς πάλι, με παρόμοιο τρόπο, γιατί δεν υπήρχαν πια ούτε δρόμοι ούτε Καντούνια,  μόνο ερείπια που έφταναν πολύ ψηλά,  τραβήξαμε για την Στράτα Μαρίνα για να βρούμε τον πατέρα μου. Κάπου εκεί μας βρήκε ο Μεγάλος σεισμός λίγο μετά τις 2! Η χαριστική βολή για το όμορφο νησάκι μας. Άλαλοι πολλοί κι άλλοι ουρλιάζοντας από φόβο κι άλλοι γιατί ήταν χτυπημένοι, τραβήξαμε και μπήκαμε σε μία Μαούνα στην αποβάθρα, για να μην… βουλιάξουμε στη στεριά(!).
     Κάποια στιγμή μας βρίσκει ο πατέρας μου που μας έψαχνε κι εκείνος κι ερχόταν από τον δρόμο του Αγίου γιατί προφανώς νόμιζε πως είχαμε μείνει εκεί γύρω στης θείας το σπίτι, μας πήρε από την Μαούνα κι από κει με φόβο και τρόμο γιατί η Παραλία είχε ανοίξει κι έβλεπες από τις χαραμάδες, που μερικές ήταν αρκετά φαρδιές,  ν' ανεβαίνει η θάλασσα. Τραβήξαμε προς τον Άμμο, περάσαμε το ποτάμι, την καμάρα του Α. Λαζάρου και φτάσαμε στο Κυδώνι όπου είχαμε συγγενείς και διανυκτερεύσαμε στα Λιόφτα όλοι μαζί με στρώμα τη γη και σκέπασμα τον ουρανό!
     Φυσικά, δεν είχαμε φάει τίποτα όλη μέρα, αλλά ποιος νοιαζόταν για φαΐ,  μας βασάνιζε όμως η δίψα. Πηγαίνοντας προς τα εκεί, μπήκαμε σ΄ ένα περιβόλι με καρπούζια, κόψαμε ένα μεγάλο καρπούζι, τραβώντας το, το σπάσαμε σε μια μεγάλη πέτρα και ρουφούσαμε λαίμαργα για να ξεδιψάσουμε… 


Παναγιώτης Χιώνης, ετών 53

Δεν είχα γεννηθεί τότε. Αλλά θυμάμαι πολύ έντονα τον Πατέρα μου να μας  περιγράφει ακριβώς την συγκεκριμένη στιγμή. Ιδιαίτερα κάθε Αύγουστο μέχρι που έφυγε,  θα μας μιλούσε για κείνη την ημέρα. Κάτι σαν Μνημόσυνο στην απερίγραπτη καταστροφή!
     Τον έλεγαν Διονύση, και η αφήγηση του, άρχιζε πάντα με τον ίδιο τρόπο:
     «Μέναμε στσι  Βαρρές. Εκείνη την ημέρα εξεκίνησα αμπονόρα γύρω στις 9.00 να πάω στη χώρα που είχα να κάμω κάτι δουλειές.  Φτάνοντας κοντά στην Αγία Αικατερίνη, σχεδόν απέναντι από εκεί που βρίσκεται σήμερα το Δημοτικό Θέατρο με φώναξαν από απέναντι, η Αντριάνα, συγγένισσα  και δύο γειτονοπούλες που ήταν εκεί, ε, Νιόνιο φτιάχνουμε καφέ και δεν έχουμε τσιγάρο, έλα να μας δώσεις τσιγάρα και να πιούμε τον καφέ παρέα. 
     Σταμάτησα και λέω, έχω ένα τσιγάρο μοναχά, περιμένετε λίγο, πάω στη χώρα να πάρω ένα πακέτο και έφτασα. Πράγματι, πετάχτηκα και πήρα τσιγάρα ήπιαμε καφεδάκι, καπνίσαμε, πιάσαμε την πάρλα, κόντευε 11.30 η ώρα, λέω, ας πηγαίνω σιγά-σιγά. Ξεκινάω να φύγω κι αντί να στρίψω για τη χώρα, στρίβω για τση Βαρρές, λέω, άσε τσι  δουλειές για αύριο βαριέμαι τώρα μες στη  κάψα πού να τρέχω. Δεν είχα φτάσει ούτε μέχρι του Κολαίτη, καμιά 150 μέτρα πιο κάτου που  με βρήκε το κακό! Έφυγε η γης από τα πόδια μου κι από την άκρη του δρόμου που ήμουνα με πέταξε στη μέση!
     Ακούω κάποια στιγμή μια δυνατή φωνή  από πίσω που ακλουθούσαν δυο άλλοι, δεν τους γνώριζα, «Αεροπορία», (το σήμα κινδύνου του στρατού να πέσουμε κάτου μπρούμητα προστατεύοντας το κεφάλι με τα χέρια). Ενστικτωδώς, πέφτω χάμου.  Νάναι καλά οι άνθρωποι γιατί όπως εχοροπήδαε η γης και με πέταγε, θα σκοτωνόμουνα. Η γης ετιναζότανε σαν άγριο άλογο.
     Όταν σταμάτησε κάποια στιγμή το κακό, σηκώθηκα με δυσκολία, ετήραγα γύρω μου κατά τη χώρα και δεν έγλεπα τίποτα! Ένα μαύρο σύννεφο από πηχτό μπουχό είχε σκεπάσει τα πάντα. Από απέναντι στο Σκοπό, όμως, έγλεπα με τρόμο να ξεκολλάνε όχι αγκωνάρια, αλλά  ολόκληροι βράχοι, να πέφτουνε με φόρα στη θάλασσα και να σηκώνουν συντριβάνια μέχρι τον ουρανό!
     Με το ζόρι διέκρινα γκρεμισμένα σπίτια και χαλάσματα ουλούθες. Από όπου επέρναγα, ρημάδια ούλα, δεν είχε μείνει σπίτι, λεσία, πορτόνι. Βιβλική καταστροφή.
     Κάποτε μέσα από ερείπια, πότε προβατώντας πότε σκοντάφτοντας ή σαρτένοντας κατάφερα να φτάσω στο σπίτι μας. Πάρα δίπλα η Πετροπουλάκαινα, η μάνα τση Αντριάνας  που ήπιαμε καφέ, να έχει πλακωθεί από  το σπίτι τσης και να ουρλιάζει βοήθεια.
     Άρχισα να φωνάζω για βοήθεια τσου γειτόνους κι όποιους ήτανε ορθοί, κουνήσαμε με μεγάλο κόπο και προσπάθεια τα αγκωνάρια και τα υπόλοιπα και καταφέραμε να την βγάλουμε όξω και να γλιτώσει. 
      Ετούτα εσυμβήκανε εκείνη την καταραμένη μέρα και να χρωστάτε χάρη στση κοπέλες γιατί αν δεν μου φωνάζανε  να πιούμε καφέ εσείς θα είχατε μείνει ορφανά!
     Αφήστε με τώρα, δεν μπορώ να μιλώ άλλο για κείνη τη συφορά».


Ιουστίνη Θ., ετών 84 
         
Ήμουν 18 χρονών. Το μεγάλο κακό με βρήκε στη χώρα. Ήμουν στο σπίτι της θείας μου της  Αθηνάς που έμεναν στον Α. Παύλο. Πεταχτήκαμε όλοι τρομαγμένοι και τρεκλίζοντας από το συνεχές κούνημα έξω ενώ τα σπίτια γκρεμιζόταν γύρω μας, τρομάξαμε να ανοίξουμε την εξώπορτα γιατί κατέρρεαν συνεχώς όλα και είχε φρακάρει. Ο γείτονας ο Χαραχάλιος μόλις είχε γυρίσει φορτωμένος με ψώνια δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα, τον πλάκωσαν τα  χαλάσματα κι άρχισε να ουρλιάζει. Αλλά τα ουρλιαχτά του κράτησαν πολύ λίγο, ακαριαίος θάνατος.
     Πατώντας επάνω σε χαλάσματα, σε σκοτωμένους και μισοπλακωμένους που φώναζαν βοήθεια προσπαθήσαμε να προχωρήσουμε. Πέφτει μια μεγάλη σανίδα πάνω μου, μου σχίζει το πόδι, χάνω τα παπούτσια μου, με σηκώνουν ο μπάρμπας κι η θεία και πιασμένοι σφιχτά  όλοι από το χέρι ιδιαίτερα με τον Τάκη το γιο τους που ήταν μικρός για να μη χαθούμε και με τον μπουχό από τα χαλάσματα να μας στραβώνει, προσπαθούμε να προχωρήσουμε προς τον Άγιο Λάζαρο. Να βγούμε έξω από τη χώρα και τον χαλασμό και να τραβήξουμε για τον Καλλιπάδο, το χωριό μου.
     Θα πρέπει να μας πήρε πάνω από δυο ώρες, μισόγυμνοι, ξυπόλητοι, με τον τρόμο στην καρδιά και τους απανωτούς σεισμούς για να φτάσουμε.
     Η Μάνα μου πάνω στη ράχη, στο ξάγναντο να κοιτάζει κλαίγοντας προς το δρόμο με αγωνία.
     Θρήνος και οδυρμός και ερείπια παντού…


Αντωνία Στεριώτη, ετών 81

Ήμουν 15 χρονών Μέναμε στον Άγιο Δημήτρη, σ΄ ένα λοφίσκο. Αλαφιαστήκαμε με τον σεισμό τον μεγάλο, τρέξαμε έξω όσο πιο ψηλά μπορούσαμε.
     Ξαφνικά άκουσα τη Μάνα μου να ουρλιάζει… Ο Σαράντης, ο Σαράντης… είναι κατάκοιτος δεν μπορεί να βγει. Ήταν ο αδελφός του συχωρεμένου του Πατέρα μου. Με κίνδυνο γιατί το σπίτι είχε μισογκρεμιστεί κι η γη σειόταν διαρκώς, μπήκαν μέσα με τον πατριό μου και με μεγάλη δυσκολία τον έκαναν συρτόν και τον έβγαλαν έξω.
     Το άλογο μας, η γίδα και μια γελάδα που ήταν δεμένα,  έκοψαν κι έτρεχαν σαν παλαβά γύρω χλιμιντρίζοντας και βελάζοντας και τα δύο σκυλιά ούρλιαζαν λυπητερά.
     Όσο έπαιρνε το μάτι, ίδιες σκηνές παντού, χαλασμός Κυρίου! Έτρεχαν όλοι μέσα-έξω φωνάζοντας και ψάχνοντας για τους ανθρώπους τους. Πατούσαν σε γυαλιά και άλλα αιχμηρά και πληγώνονταν μα δεν σταματούσαν.
     Όπως πεταχτήκαμε σχεδόν μισόγυμνοι όλοι, πέφταμε πάνω σε ξερά χόρτα που μας αγκύλωναν, γιατί η γη γύρω μας είχε σκιστεί και φοβόμαστε να πατήσουμε εκεί πως θα ανοίξει περισσότερο και θα μας καταπιεί. 
     Πιο θλιβερή θύμηση για κείνη την ημέρα, ότι από το Λόφο, αγναντεύαμε το Γερακαρίο και το Μπελούσι κι όσο έφτανε το μάτι, βλέπαμε μόνο καταστροφές και αυτές με το ζόρι γιατί όλα ήταν σκεπασμένα από σεντόνι όχι απλά σκόνη, αλλά μπουχό! Όμως, αντίκρυσα την εκκλησία της Α. Παρασκευής στο Άνω Γερακαρίο να γίνεται ένας σωρός από ερείπια κι αυτή η εικόνα με ακολουθεί μέχρι σήμερα!


Γεώργιος Τ., ετών 82

Ο μεγάλος σεισμός, με βρήκε πάνω στην διώροφη, καλαμένια καλύβα που είχαμε φτιάξει για το Καλοκαίρι, με τον γείτονα και φίλο Μπάμπη, 16-17 χρονών και οι δύο.
     Τρομοκρατηθήκαμε και κρατιόμαστε γερά από όπου μπορούσαμε για να μην πέσουμε. Βλέπαμε με τρόμο απέναντι από το Βουνό του Άη Πέτρου να ξεκολλάνε ολόκληροι βράχοι και να κατρακυλάνε κάτω με ορμή σηκώνοντας μαύρη σκόνη που σκέπαζε τον τόπο και δεν βλέπαμε μπροστά μας.
     Κάποια στιγμή βλέπω το σπίτι μας καμιά 20ριά μέτρα από την Καλύβα  να σωριάζεται σε ερείπια κι ο τοίχος της κουζίνας, που απέξω κοιμότανε ο Περδίκης το σκυλί μας για να δροσίζεται, να πέφτει επάνω του και να το σκοτώνει….
     Τρέξαμε κάτω φοβισμένοι, όλοι οι γειτόνοι είχαν βγει έξω τρέμοντας από φόβο, τα σκυλιά γύρω αλιχτάγανε θρηνητικά, σου έκανε κακό να τα ακούς. Ο Μπάμπης έτρεξε σπίτι του κι εγώ θυμήθηκα πως η Μάνα μου με την γειτόνισσα την Αθηνά είχαν πάει «πίσω», στις Ελιές, όπως το λέγαμε, να πλύνουν. Λιγοστό το νερό στο χωριό κι εκεί είχαμε δύο πηγάδια.
     Ήρθε κι ο Μπάμπης μαζί, τις βρήκαμε να κάθονται χάμου πολύ τρομαγμένες γιατί εκτός από τον σεισμό, από την πέτρινη λιθία (φράχτη), είχε βγει τρομαγμένο ένα μεγάλο φίδι κι αυτές είχαν παγώσει…
     Πάρα πέρα, δεμένη η Γαϊδούρα ανήσυχη γκάριζε συνέχεια. Φορτώσαμε την μπουγάδα και πήραμε το δρόμο για το χωριό.
     Απ΄ όπου περνούσαμε άνθρωποι έξω θρηνούσαν τα γκρεμισμένα τους σπίτια κι έψαχναν για τους δικούς τους.


Διονύσης Κουτσουβέλης, ετών 76

Το   πρωί  της 12ης Αυγούστου  53 μας βρήκε  τη μητέρα  μου με τέσσερα παιδιά, τη γιαγιά  μου και τη θεία μου (έλειπε ο πατέρας μου σε κάποιο  χωριό για δουλειά) με τη σκεπή  του σπιτιού  να έχει σταθεί  στη τετράφυλλη ντουλάπα  και να γλιτώσουμε  από την πλήρη κατάρρευση  της σκεπής και ενδεχόμενη  καταπλάκωση  μας. Με μεγάλη  γενναιότητα  η μητέρα μου μας κατεβάζει  από την εσωτερική ξύλινη  σκάλα  στα δέντρα  του Άμμου, όπου πλήθος  κόσμου  φώναζε είτε  για απώλειες προσφιλών προσώπων  λόγω τραυματισμών! Ατμόσφαιρα  κόλασης! Στις 11:30 το πρωινό πάντα της ίδιας ημέρας  σείεται το νησί  με 7,3 ρίχτερ  και δημιουργούνται  πρώτες  επιτροπές  με μεγάλη  συνεισφορά  των Προσκόπων Ζακύνθου, για την τακτοποίηση  του αλλόφρονος πλήθους!!Πολλοί  βρήκαμε  καταφύγιο  στο Σχολείο  Επειδή  είχε  αντισεισμική  κατασκευή  περιμένοντας  περαιτέρω  οδηγίες. Βέβαια  μιλάμε  για μια δαντική  εικόνα. Εκεί  στο καντούνι   των Λογοθετών  όπου υπήρχαν  τα μαγέρικα  Του Τσιλιώρη, των Λογαραίων και άλλων  δούλευαν  παρά τα κουνήματα  πουλώντας  κουκιά, καθώς  ήταν νηστεία. Στις 2:30 το μεσημέρι  ολοκληρώνεται  η βιβλική  καταστροφή  με σεισμό 7,4 ρίχτερ,  οπότε  η κατάσταση  γίνεται  ανεξέλεγκτη  ορμούμε όλοι μας προς παραλία  διότι σηκώνεται  ένας μπουχός  από τη σκόνη  των και ταυτόχρονα  ισοπεδώνεται  όλη η πόλη  ενώ  από τα μαγέρικα  της Λογοθετών πιάνει η μεγάλη  πυρκαγιά. Εμείς, ως οικογένεια ακολουθούσαμε  το άλλο έξαλλο πλήθος  με σκοπό την όσο το δυνατόν γρηγορότερη  απομάκρυνση μας από την πόλη κατευθυνόμενοι  ως συρφετός  προς το ποτάμι. Περνώντας  από την εκκλησιά του Αγίου  μας, δεν θα το ξεχάσω ποτέ  βλέπουμε το 32 μέτρων καμπαναριό  να κόβεται  στη μέση  και να γκρεμίζεται  κάθετα  ανοίγοντας  μια τεράστια  λούμπα  και δεν υπήρξε  ούτε ένας τραυματισμός! Την πρώτη νύχτα  διανυκτέρευσης σε μια σκηνή 16 άτομα, δυο οικογένειες. Το  τριήμερο  της φωτιάς  το παρακολουθήσαμε  από τη σκηνή. Τα αεροπλάνα  μας πετούσαν ψωμί  και σε ελαιόλαδο ποδοσφαίρου  κάποιοι μαύροι  μας έδιναν κονσέρβες και πρόχειρο συσσίτιο. Αυτή  η κατάσταση κράτησε δυο εβδομάδες  μέχρι  να τακτοποιηθούμε σε σκηνές  στο συνοικισμό  της Παναγούλας!!!


Θεοδώρα Σιδηροκαστρίτη, ετών 84

Παραμονές Δεκαπενταύγουστου,  12 του μηνός. Ένας σεισμός στις 6 το πρωί μας ανησύχησε γιατί το σπίτι του θείου μου στη χώρα έπαθε ρωγμές. Ο πατέρας έφυγε πρωί για να συμπαρασταθεί στον αδερφό του και στην οικογένεια του. Λίγο το κακό όπως μάθαμε και εμείς τα κορίτσια πήραμε το δρόμο για τη χώρα που οπωσδήποτε έπρεπε να στολίσουμε για την επίσημη μέρα που πλησίαζε. Θα πάμε για παπούτσια στου Νικόλα (Μαυραγορίτη τον έλεγαν), πολύ γνωστός στους γονείς μας. Εδιάλεξα ωραία παπούτσια αλλά ήθελα και τη γνώμη της μητέρας όπου θα τα πλήρωνε. Με προθυμία μου έδωσες το παπούτσια, δυο διαφορετικά σχέδια όπου την επόμενη μέρα θα μας έδινε το ταίρι του ενός. Ο κόσμος όμως ήταν τρομαγμένος από τον πρώτο σεισμό και είχαν βγει στους δρόμους. Πέρασε από τα δέντρα του Αγίου και το σχολείο του άμμου όπου ήταν πλημμυρισμένα από πεινασμένο και έντρομο κόσμο. Ο Δήμαρχος τότε, νομίζω ο Τάλμποτ Κεφαλληνός, κυκλοφορούσε με ανοιχτό αυτοκίνητο και προέτρεπε τον κόσμο να επιστρέψει στα σπίτια τους όπου πολλοί υπάκουσαν γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Εμείς βαδίσαμε βιαστικά για την αφετηρία του λεωφορείου στην πλατεία του Αγίου Λουκά. Ήταν και ο παππούς μαζί μας. Επεριμέναμε ήρεμα το ξεκίνημα, αλλά τι ξεκίνημα. Αρχή ολέθρου. Το λεωφορείο πετούσε πάνω κάτω σαν μια μπάλα και ακούγαμε το καταστροφικό γκρέμισμα των γύρω κτιρίων που τελικά μας εγκλώβισαν. Δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτα όταν σταμάτησε η φοβερή δόνηση, ήταν μαυρίλα παντού. Μαύρο σκοτάδι κι ας ήταν μεσημέρι. Έπρεπε να βρούμε τρόπο να διασωθούμε, αλλά πώς; Βουνά από χαλάσματα και σπίτια ισοπεδωμένα. Ο πιο κοντινός δρόμος διαφυγής ήταν να βγούμε στον παραλιακό δρόμο. Αλλά πως; Όταν δεν έχεις άλλη επιλογή για να γλυτώσεις και να επιζήσεις, δεν σκέφτεσαι, μόνο προχωρείς και σκαρφαλώνεις χαλάσματα και σκεπές και αγνοείς τις φωνές για βοήθεια κάτω από τα ισοπεδωμένα κτίρια. Πάντα μαζί με τον παππού μας καταφέραμε και φτάσαμε στον παραλιακό δρόμο δρασκελώντας. Αλλά κι εκεί άλλος κίνδυνος, χάσματα επικίνδυνα. Κάποτε φτάσαμε στη εκκλησία του Αγίου αλλά η μόνη διέξοδος ήταν κάτω από το ετοιμόρροπο καμπαναριό και ο Θεός βοηθός. Ε, προχωρήσατε στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί προς Παντοκράτορα-Λιθακιά και ευρεθήκαμε σε γειτονιά κόσμου. Τα χωριά πήραν τους δρόμους, άλλοι με τα πόδια και άλλοι με αυτοκίνητα φορτωμένα με σκαρφαλωμένους  ανθρώπους με τις ιαχές της καταστροφής σαν να ήταν πόλεμος. Μεταξύ αυτών ήταν και η μάνα, κλαίγοντας. Μήπως είδατε τον πατέρα σας, ρωτάει απεγνωσμένα. Το σπίτι μας στο Λαγανά είχε καταστραφεί. Ένας τοίχος όρθιος, άλλος έτοιμος να καταρρεύσει, σου έδινε την εντύπωση πως είναι ένα μεγαθήριο να σε καταπιεί. Το βλέπαμε από μακριά. Νομίζαμε πως κάποια άγνωστη δύναμη μπορούσε να μας σκοτώσει. Ύστερα από λίγο ήρθε και ο πατέρας γεμάτος από σκόνη και γρατζουνιές. Ο σεισμός το βρήκε στην πλατεία της Φανερωμένης και όπως μας εξήγησε, αγκαλιάστηκαν με μερικούς άλλους που βρέθηκαν  εκεί και τα γκρεμισμένα τους κουκούλωσαν κυριολεκτικά. Ήταν πολύ τυχερός όσο κι εμείς. Πολύ επικίνδυνος όμως ο Λαγανάς για καταποντισμό. Από το Σκοπό έβλεπες να πέφτουν στη θάλασσα κομμάτια του βουνού και να δημιουργούν σιντριβάνια. Μας προέτρεψαν, νομίζω οι αρχές, να βαδίσουμε προς το βουνό, ύστερα από τον μεγάλο σεισμό στις 2.30 περίπου. Πραγματικά, χαριστική βολή. Είχαμε τότε κάτι κυπαρίσσια στο κτήμα και όταν άρχισε το κακό, τα είχαμε αγκαλιάσει και όλοι φωνάζαμε το Κύριε ελέησον. Οι κορυφές τους άγγιζαν τη γη. Δεν έχω την δύναμη να περιγράψω την τρομερή στιγμή, τα λόγια φτωχά για μια τέτοια θεομηνία. Μαζί με πολλούς κατοίκους της περιοχής, πήραμε το δρόμο της ανηφοριάς, σέρνονται καμία κουβέρτα από τις καλύβες. Το βράδυ κοιμηθήκαμε στο αλώνι, οι μετασεισμοί αμέτρητοι και ο πόλεμος των άστρων στην κυριολεξία. Και δεν τελειώνει εδώ. Αρχίζει η ταλαιπωρία της επιβίωσης, πολύ γνωστή στον κοσμάκη.


Νίκη Β., ετών 79

Αποβραδίς του κακού, είχα πάει στο Λυκούδι, (λίγο πιο έξω από το Νεκροταφείο της χώρας), που είχε σπίτι η αδελφή μου με τον άνδρα της. Κοιμηθήκαμε σε μια ωραία Καλύβα επάνω στη Μουριά, που είχε φτιάξει ο γαμπρός μου.
     Εκεί μας βρήκε ο πρώτος μικρός σεισμός νωρίς το πρωί, αλλά δεν τρομάξαμε, μείναμε στην καλύβα γιατί έκανε πολλή ζέστη.
     Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω το κακό που έγινε γύρω στις 11.30 περίπου! Τιναζόταν η Καλύβα μαζί κι εμείς και ο σεισμός μας πέταγε από τη μίαν άκρη στην άλλη! Προσευχόμαστε όλοι παρακαλώντας τον Άγιο μας και την Παναγία να μας προστατέψει. Κοιτώντας γύρω δεν βλέπαμε τίποτα από την παχιά σκόνη που σκέπαζε τα πάντα. Κάποια στιγμή που σταμάτησε το φοβερό κούνημα βοηθώντας ο ένας τον άλλον, περισσότερο εμένα που ήμουν μικρό κορίτσι 13 ετών, πιανόμαστε από τους Κυπαρισσένιους στύλους της Καλύβας για να κατέβουμε από τη σκάλα σιγά-σιγά.
     Ολοζώντανη η μνήμη να βλέπω το γαμπρό μου να χτυπάει με τα χέρια το κεφάλι του βλέποντας το σπίτι του να σωριάζεται σε ερείπια.
     Περνούσαν οι ώρες μες στην αναμπουμπούλα και στο φόβο. Όπου και να κοιτάζαμε ερείπια και φωνές από ανθρώπους.
     Κάποια στιγμή, ούτε ξέρω πόσες ώρες πέρασαν μέσα στο φόβο και τον τρόμο, βλέπουμε τη Μάνα μου, από το σπίτι μας λίγο πιο πάνω από την Ανάληψη, που δρασκελώντας βουνά από γκρεμισμένα και αγκαλιά με την Εικόνα της κυράς της Υπαπαντής, (Την εικόνα την έχω μέχρι σήμερα), το μόνο που πρόλαβε να αρπάξει από το γκρεμισμένο μας σπίτι, κλαίγοντας, σκονισμένη γεμάτη αγωνία αν ζούμε η αδελφή μου, ο γαμπρός μου κι εγώ να φτάνει κοντά μας. Αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε πολλή ώρα… 
     Από αυτό το σημείο και μετά, θολά όλα στη μνήμη. Θυμάμαι μόνο πως για πολλά βράδια κοιμόμαστε εκεί στην ύπαιθρο με 2-3 κουβέρτες που καταφέραμε να βγάλουμε από τα χαλάσματα.



Βαρθαλάκης Βαρθάλης, ετών 73

11 Αυγούστου 1953, ημέρα Τρίτη. Πριν 28 μέρες είχα κλείσει τα 7 χρόνια και περπατούσα στα 8.
     Εκείνο το παιδί, ένα παιδί από το βουνό (βουνίσιο), περίμενε με λαχτάρα να "ταξιδεύσει με την μάνα του , σ' ένα χωριό του κάμπου, το Γερακαριό, μα και τον Καλλιπάδο. Εκεί υπήρχαν συγγενείς και βαφτιστήρα, αντίστοιχα. Πρωί λοιπόν της Τρίτης, (επιστροφή σε πρώτο πρόσωπο), επιβιβαστήκαμε σ' ένα λεωφορείο (τύφλα να 'χει). Παληό σαράβαλο φορτηγό μετασκεβασμένο σε "λεωφορείο" με καθίσματα για καμιά 10ρια νοματεους και στο πίσω μέρος ένας ξεχωριστός χώρος (κλούβα) για τις προμήθειες των επιβατών, ενίοτε και για χώρο επιβατών όταν γέμιζε "μέσα".
     Ξεκίνησε λοιπόν για την Χώρα αλλά πιο πάνω από το χωριό σταμάτησε να φορτώσει κατσίκια. Τα κατσίκια ήταν ατίθασα και το ξαφνικό και πολύ έντονο "κούνημα “του λεωφορείου απεδόθη στην ζωηράδα τους.
     Ξαναξεκινάει αγκομαχώντας στον καρόδρομο και φτάσαμε μετά από μία  ώρα + στον Άγιο Δημήτρη όπου από εκεί με τα πόδια θα πηγαίναμε στον προορισμό μας. Εκεί πληροφορηθήκαμε ότι το κούνημα από τα κατσίκια ήταν σεισμός δυνατός με πιθανόν θύματα.
     Φθάσαμε στα συγγενολόγια με μικρούς; σεισμούς στην συνέχεια.Την επόμενη μέρα, Τετάρτη, πάλι με τα πόδια για Καλλιπάδο στους κουμπάρους. Μεσημέρι καθίσαμε για φαγητό μαρίδες με χόρτα και ζεστοφούρνι, που μόλις είχε ξεφουρνίσει η κουμπάρα μας.
     Στα μισά του φαγητού αρχίζει ο χορός των δαιμόνων. Αρπάζει ο κουμπάρος τα μικρά παιδιά, (εμένα και τη φιότσα μας), μας βγάζει έξω οι μεγάλοι βγήκαν γρήγορα και τώρα η εικόνα: Η κουζίνα κατέρρευσε. Γλυτώσαμε τα δεμάτια από τις καλαμιές που είχε ο κουμπάρος ο Παύλος, μέσα στα αλώνια "χορεύαν" τον χορό του Εγκέλαδου "με κύμβαλα και σείστρα", το άλογο να έχει αφηνιάσει  στον στάβλο και ο κουμπάρος να παίρνει το ρίσκο να το βγάλει έξω. Το καταφέρνει. Ξωπίσω του ο στάβλος καταρρέει. Γλίτωσαν άλογο και καρολόγος. Είχε κάρο ο κουμπάρος. Όλη αυτή η αλληλουχία συμβάντων μέσα σε 50 δευτερόλεπτα.
     Θυμάμαι έναν "τύπο" που πέρναγε από το  δρόμο μετά τον σεισμό και είχε πέσει ανάσκελα φασκελώνοντας με χέρια και με πόδια τον Θεό.
     Τώρα απ' εκεί και πέρα κάθε μερικά δευτερόλεπτα η γη έτρεμε. Έβλεπα τη μάνα μου που σταυροκοπιόταν και το ίδιο έκανα κι εγώ, ανακαλύπτοντας ότι όταν σταματούσα το σταυροκόπημα η γη έτρεμε, οπότε δεν σταματούσα να κάνω το σταυρό μου. Βραδύ τώρα 12/8 πληροφορηθήκαμε για την φωτιά στη Χώρα. Ανεβήκαμε σ' ένα λοφίσκο και με τρόμο και πίκρα αγναντεύαμε το φοβερό θέαμα της φωτιάς στην Χώρα. Το σταυροκόπημα, σταυροκόπημα. Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε για το Γερακαριό. Θυμάμαι τις χαράδρες που είχαν δημιουργηθεί από το σεισμό στον δρόμο. Φόβος και τρόμος γιατί συναντούσαμε ανθρώπους οι οποίοι φημολογούσαν ότι θα βουλιάξει το νησί. Φαντάσου τώρα την ψυχολογία μου απέναντι σ' αυτό το πρωτόγνωρο φαινόμενο.
     Από το χωριό μου κανένα νέο. Πού τηλέφωνα τότε. Μέναμε κάτω από τις ελιές μέρα -νύχτα για πολλές μέρες. Κάποια μέρα ο μπάρμπας μου ο Σπύρος, γαμβρός του πατέρα μου με "φορτώνει" σ' ένα γαϊδουράκι και ξεκινάμε για την Εξωχώρα, (το χωριό μου), δια μέσου Λαγκάδας του Φαγιά, μονοπάτι και μετά από 4 ώρες πορείας φθάσαμε για να αντικρίσουμε το σπίτι μας με πολλές ζημιές αλλά ορθό. (Κτίσμα του 1700) και το οποίο υπάρχει ακόμα ανακαινισμένο, σε σοφίτα. Ο πατέρας μου με τις μεγαλύτερες αδελφές μου να μας θεωρούν αγνοούμενους. Σκηνές αγαλλίασης. Μας αφηγήθηκαν και τους αφηγηθήκαμε τα όσα ζήσαμε. Εδώ στο χωριό ήδη είχαν εγκατασταθεί σκηνές από τον στρατό όπου στεγάζονταν από δύο η τρεις οικογένειες ανάλογα με τον αριθμό των μελών. Τα αεροπλάνα έριχναν εφόδια. Νερό, γαλέτες, κονσέρβες, κουβέρτες και άλλα. Εν τω μεταξύ οι δονήσεις εξασθενούσαν, το φθινόπωρο πλησίαζε, ήλθαν τα πρωτοβρόχια, πλημμύρες στις σκηνές, οπότε δειλά-δειλά αρχίσαμε να μπαίνουμε στα τραυματισμένα σπίτια ψάχνοντας "σίγουρα" μέρη για τα κρεβάτια μας. Έτσι και έγινε. Οι μέρες κυλούσαν, αρχίσαμε να προσγειωνόμαστε στην νέα πραγματικότητα η οποία έκανε πολλά χρόνια να γίνει κανονικότητα... Αυτές είναι οι αναμνήσεις του 7χρονου παιδιού από εκείνη την φοβερή περίοδο του Αυγούστου του 1953.


Γιουστίνα Μούσουρα, ετών 90
(Δια χειρός της κόρης της Κατερίνας Μούσουρα-Μπούκη)

Ερχόταν Δεκαπενταύγουστο, της Παναγίας σε λίγες μέρες. Εσύ, Κατερίνα μου, δεν είχες γεννηθεί ακόμα. Ο συχωρεμένος ο Πατέρας σου μου έδωσε λεφτά και μου λέει πήγαινε στη χώρα με την Γκιοβανούλα, να  αγοράσετε φουστάνι και παπούτσια καινούρια για της Παναγίας!
     Την ετοίμασα, της έβαλα κι ένα ωραίο φιόγκο στα μαλλιά, την πήρα αγκαλιά,  ήταν δεν ήταν 2 χρονών, να πάμε στη χώρα να ψωνίσουμε.
     Κατεβήκαμε στο δρόμο για να πάρουμε το Λεωφορείο. 
     Την προηγούμενη μέρα είχε κάνει μεγάλο σεισμό γύρω στις 11 με 11.30 περίπου. Αλλά μας διαβεβαίωναν όλοι πως αυτό ήταν, ξεθύμανε και τώρα θα έχουμε ηρεμία. 
     Το λεωφορείο ήταν γεμάτο, βρήκα κι άλλους γνωστούς που πήγαιναν στη χώρα για ψώνια! Φτάσαμε, γυρίσαμε στα μαγαζιά, πήρα της Γκιοβανούλας ένα ωραίο χρωματιστό φουστάνι και ωραία άσπρα πεδιλάκια, σαν πεταλουδίτσα ήταν! Της πήρα και ζαχαρωτά κι ήταν πολύ χαρούμενη κι ας είχε ήδη κουραστεί!
     Είχε περάσει η ώρα, κόντευε 1.30 και το λεωφορείο θα έφευγε σε λίγο. Έτσι, πήραμε το δρόμο για την Πλατεία του Αγίου Λουκά που ήταν η αφετηρία. Είχαμε φτάσει κάπου κοντά στο Γαϊτάνι, όταν μας βρήκε το μεγάλο κακό! Το λεωφορείο, με τον Κλαψή οδηγό, χοροπηδούσε πάνω στο δρόμο που το πέταξε στην άλλη άκρη κι εμάς μας πέταξε από τα καθίσματα και γινόταν χαμός, κλαίγαμε, φωνάζαμε, προσευχόμαστε όλοι φοβισμένοι. Κρατούσα το παιδί σφιχτά στην αγκαλιά μου και με τα δύο χέρια από φόβο μήπως μου πέσει. Κάποιοι μαζί με τον οδηγό κατάφεραν ν' ανοίξουν και τις δύο πόρτες που είχαν σφηνώσει με το τράνταγμα, πανικός επικρατούσε κι όλοι προσπαθούσαμε να κατεβούμε όσο πιο γρήγορα γίνεται. Βγήκαμε στο δρόμο, φοβισμένοι.
     Κοιτάζοντας προς τη Χώρα βλέπαμε μαύρο καπνό να υψώνεται μέχρι τον ουρανό! Κλαμένοι και τρομοκρατημένοι όλοι τραβήξαμε με τα πόδια για το χωριό.
     Έσφιγγα την Γκιοβανούλα επάνω μου γιατί το παιδί τρόμαξε με όλη την αναμπουμπούλα και έκλαιγε. Όλο το δρόμο προσευχόμουνα, γιατί έτρεμα μήπως δεν βρω τον πατέρα σου ζωντανό, γιατί από όπου περνούσαμε γκρεμισμένα σπίτια και άνθρωποι στους δρόμους, μαζεμένοι σαν μια παρέα που έκλαιγαν και κοίταζαν γύρω με το φόβο στα πρόσωπα τους!
     Μετά από πολύ κόπο φτάσαμε σπίτι. Μεγάλη ανακούφιση φτάνοντας, να βρω τον πατέρα σου σώο και αβλαβή! Τα περισσότερα σπίτια του Μπανάτου, όμως, γκρεμισμένα, μαζί και το δικό μας… 
     Αυτά μου διηγήθηκε η Μάνα μου από κείνες τις τραγικές μέρες που κατάστρεψαν το όμορφο νησί μας και που ο κόσμος υπέφερε για χρόνια σε Σκηνές και Μπαράκες μέχρι να αρχίσει και ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση! 


Γιάννης Δεμέτης, ετών 82

Η Τετάρτη 12 Αυγούστου 1953 ξημέρωσε για τους Ζακυνθινούς με το φόβο του σεισμού, δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί οι σεισμοί της Κυριακής 9η Αυγούστου στις 10.30 π.μ. μεγέθους 6,4 R και της Τρίτης 11η Αυγούστου στις 5.38΄ το χάραμα 6,7 R. Οι δύο εκείνοι σεισμοί είχαν προκαλέσει υλικές ζημιές σε κάποια κτήρια και μικροζημιές σε γυαλικά κυρίως στα σπίτια. Φήμες για μεγάλο επερχόμενο σεισμό είχαν τρομοκρατήσει τους κατοίκους του νησιού καθώς έφταναν μηνύματα από την Κεφαλλονιά για ζημιές και θύματα στο Αργοστόλι, στο Ληξούρι και την Ιθάκη. Ορισμένοι από την πόλη είχαν αναζητήσει καταφύγιο στο ύπαιθρο ενώ οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στις πλατείες και σε μέρη που τα θεωρούσαν λιγότερο επικίνδυνα. Εγώ βρισκόμουν στο μαγαζί του πατέρα μου, το φαβραρείο, που βρισκόταν στον κεντρικό δρόμο της συνοικίας του Αγίου Λαζάρου. Από μόνος μου είχα επιλέξει, εάν γινόταν σεισμός να τρέξω και να σταθώ κάτω από το ανώφλι της πόρτας της παρακείμενης ταβέρνας του Γιάννη Μαυρία-Φερτσαδά, που πρόσφατα είχε ανακαινιστεί με σιδερένια δοκάρια. 
     Όταν στις 11,30 της 12ης Αυγούστου έγινε ο 7,2 R σεισμός έτρεξα και στάθηκα στο προεπιλεγμένο εκείνο σημείο. Από κοντά και ο πατέρας μου Μιχαήλ, ο Νικόλας Μαρούδας και ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας Μαυρίας. Τα σπίτια γύρο μας άρχισαν να καταρρέουν με τρομακτικό θόρυβο. Η γη στην κυριολεξία έφευγε κάτω από τα πόδια μας και ήταν αδύνατο να σταθούμε όρθιοι. Σύννεφα σκόνης μας εμπόδιζαν να ανασάνουμε. Συντρίμμια απλώθηκαν παντού. Τρέχοντας και δρασκελίζοντας τα χαλάσματα τραβήξαμε για τις αυλές των σπιτιών. Προσπαθήσαμε να βγάλουμε νερό από τα πηγάδια που υπήρχαν εκεί για καθαρίσουμε πρόχειρα τα μούτρα μας και να πιούμε, αλλά το νερό είχε μετατραπεί σε λάσπη. Φωνές απόγνωσης και τρόμου ακούγονταν από παντού. Σκυλιά γάβγιζαν απεγνωσμένα. Αφού με τον πατέρα μου φτάσαμε στο σπίτι μας και πήραμε τη μητέρα μου και τα δυο αδέλφια μου καταλήξαμε στα αλώνια των Καμινίων. Εκεί είχαν μαζευτεί οι περισσότεροι από τους κατοίκους της συνοικίας του Αγίου Λαζάρου. 
     Κάποια στιγμή ανέβηκα στο σπίτι και πηγαίνοντας στο πισινό κατώι του σπιτιού στην αυλή άνοιξα την πόρτα και ελευθέρωσα τα περιστέρια μου. Ξαναγύρισα πάνω στο σπίτι και σε  μια κουβέρτα που άπλωσα στο πάτωμα έριξα λίγα από τα ρούχα μας. Από τα Καμίνια πήγαμε στην περιοχή Φλόκαστο Γαϊτάνι όπου φιλοξενηθήκαμε στο κτήμα του κουμπάρου μας Νικόλα Γιατρά-Κουρούπη. Στο δρόμο που πηγαίναμε μας βρήκε ο σεισμός των 2.15 μεγαλύτερος από τον προηγούμενο που ολοκλήρωσε την καταστροφή. Στο μεταξύ η πόλη είχε πιάσει φωτιά. Κάηκε και το σπίτι μας. Στο κτήμα του κουμπάρου μας στρώσαμε στρωματσάδες και ξαπλώσαμε στο έδαφος. Η γη εξακολουθούσε να τρέμει και βουές ακούγονταν συνεχώς. Ύστερα από το κάψιμο του σπιτιού μας, ο πατέρας μου πήρε την οικογένεια μας κι αναζητήσαμε φιλοξενία σε συγγενείς στην 
     Αμαλιάδα. Επιστρέψαμε μετά από λίγους μήνες και εγκατασταθήκαμε στα ξύλινα παραπήγματα του οικισμού του Ξιφίτα, σε διαμέρισμα τριών ψαλιδίων με κοινό πλυσταριό και αποχωρητήριο, ενώ ο πατέρας μου σε μια παράγκα έφτιαξε το φαβραρείο του.


Διονύσιος Μπάρτζελης, ετών 72 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ  ΕΝΟΣ  6ΧΡΟΝΟΥ
                                                    
Είναι καλοκαίρι Αύγουστος μήνας, με τα φρούτα, τα μπάνια, την ξυπολυσιά, τα παιδικά παιγνίδια και την ανεμελιά λόγω λίγων εργασιών, το χωριό μου έχει βάσανα τον χειμώνα λόγω ελιάς, και βέβαια κλειστά σχολεία. Ξημέρωνε Τρίτη 11/8/1953 περίπου 05.00 όταν μας ξυπνάει πάνω στον ύπνο ένα γερό ταρακούνημα με πολύ βουητό και μεγάλο θόρυβο από τους σοβάδες που έπεφταν μαζί με το πιατομάνι από τα αρμάρια του τοίχου. Σε μια κρεβατοκάμαρα κοιμόμαστε όλη η οικογένεια πατέρας, μάνα και τα τρία παιδία εγώ 6 ο αδελφός μου 4 και η αδελφή μου 2 χρονών. Στην άλλη κρεβατοκάμαρα ζούσε ο αδερφός του πατέρα μου η γυναίκα του και ο 2χρονος γιος τους. Το σπίτι είχε άλλα δύο δωμάτια τραπεζαρία και κουζίνα. Ήταν πέτρινο φρεσκοφτιαγμένο μόλις 3 χρόνων και σχεδόν ατελείωτο. Η μνήμη μου δεν έχει καταγράψει με ακρίβεια τα γεγονότα, όμως θυμάμαι ότι βρεθήκαμε έξω κάτω από μια ντόπια (ελιά) τυλιγμένα τα παιδιά με τα σεντόνια. 
     Οι σεισμοί δεν σταμάτησαν όλη την ημέρα αλλά μικρότερης έντασης. Ο φόβος και η απόγνωση ήταν τα συναισθήματα που είχαμε και η επίκληση της βοήθειας του Αγίου Διονυσίου (πολιούχου Ζακύνθου), της Παναγίας και όλων των εν ουρανοίς συνεχώς στο στόμα των μεγάλων. Με το φως της ημέρας διαπιστώσαμε ότι το σπίτι δεν είχε πάθει σοβαρές ζημιές εκτός από σοβάδες και κάποια ακροκέραμα που είχαν πέσει. Όμως δόθηκε εντολή από την Νομαρχία, Χωροφυλακή και Κοινότητα ο κόσμος να εγκαταλείψει τα σπίτια του μέχρι νεωτέρας. Το απόκοσμο και τρομακτικό συναίσθημα ήταν ο θόρυβος και το βουητό που προηγείτο κάθε μετασεισμού όλη την ημέρα. Το βραδύ κοιμηθήκαμε, ο Θεός να τον κάνει ύπνο, όλοι μαζί πάνω σε λιόπανα τσουβάλια από τις ελιές κάτω από την ντόπια διπλά να μας φυλάει ο σκύλος μας ο Αζώρ που δεν σταμάτησε να αλυχτάει όλο το βράδυ και παραδίπλα δεμένος σε μια ριζολιά ο γαιδαράκος μόνιμος βοηθός της οικογένειας. 
     Ξημέρωσε Τετάρτη 12/8/53 με την αγωνία και τον τρόμο στο κατακόρυφο σε μικρούς και μεγάλους καθώς οι φήμες οι δεισιδαιμονίες και οι ψίθυροι οργίαζαν μέχρι του σημείου που να προβλέπουν και εξαφάνιση του νησιού. Ο πατέρας μου και ο θείος μου κατεβήκαν στην χώρα πρωί -πρωί ώστε να μάθουν περισσότερα και να προμηθευτούν κάποια τρόφιμα προληπτικά. Η μάνα μου ξεθάρρεψε και μπήκε στην κουζίνα να μαγειρέψει κάτι για το μεσημέρι ακολουθούμενη από εμάς. Και έφτασε η ώρα περίπου 11.30 όπου έγινε η συντέλεια του κόσμου. Το σπίτι είχε δύο εξόδους μια στην κουζίνα και η άλλη στην τραπεζαρία. Προηγήθηκε εκκωφαντικός θόρυβος ακολουθούμενος από υπόκωφο βουητό αλυχτίσματα σκύλων γκαρίσματα γαϊδάρων φωνές πανικού ζώων και ταρακούνημα τέτοιο που δεν ήταν δυνατόν να μείνεις όρθιος. Με το πρώτο βουητό η μάνα το πρωί τρέχει έξω. Ευτυχώς που η πόρτα εξόδου ήταν στα δυο μετρά γιατί μόλις προλάβαμε να βγούμε έξω καθότι το ταρακούνημα μας έριξε κάτω και το σπίτι πίσω να καταρρέει. Έξω η θεία μου να κλαίει με αλαλαγμούς ο σκύλος ο Αζώρ εξαφανισμένος και ο γαϊδαράκος να κόψει το σκοινί και να τρέχει αλαφιασμένος (βρέθηκαν μετά από μέρες). Ευτυχώς στην ώρα έφτασαν και ο πατέρας μου με τον θείο μου. Οι στιγμές ήταν αιώνας, θύμιζαν την κόλαση του Δάντη ήταν η συντέλεια του κόσμου. 
     Τότε και ο πιο δύσπιστος πίστεψε ότι πράγματι η Ζάκυνθος θα βουλιάξει. Πυκνοί καπνοί σκέπασαν όλο το νησί από την σκόνη των χαλασμάτων και από το γκρέμισμα των παραθαλάσσιων ακτών. Ολόκληρα λιόφυτα είχαν ανοίξει στην μέση και κυπαρίσσια ξεπατωμένα καταγής. Μα αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το συνεχές ταρακούνημα και η αναμονή του χειρότερου για πάρα πολλές ημέρες. Χωρίς φαγητό, χωρίς σπίτι χωρίς δουλειά χωρίς ελπίδα ζήσαμε για αρκετό διάστημα και στις σκηνές για τρία χρόνια με βροχές με κρύο και με ζέστη. 
     Αυτά με την ευκαιρία των 66 χρόνων.


Παναγιώτης Στραβοπόδης, ετών  92

Τα μαντάτα για τον σεισμό με βρήκανε στην Αθήνα που είχα πάει για δουλειές. Το ίδιο βράδυ κατέβηκα στον Πειραιά, πήρα νύχτα το καράβι κι έφτασα το πρωί στη Ζάκυνθο. Πριν ακόμα φτάσουμε, από μακριά βλέπαμε να μην έχει μείνει λίθος επί λίθου στη χώρα κι ένας μαύρος πηχτός καπνός να σκεπάζει όλη τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη! Μας κατέλαβε όλους φοβερό ρίγος και αγωνία, αν και πώς θα βρούμε τους δικούς μας. Το καράβι άραξε πολύ μέσα και βγήκαμε όλοι με βάρκες που μας άφησαν στο Κρυονέρι. Πολλές γυναίκες και παιδιά έκλαιγαν γιατί φοβόνταν να κατεβούν από το μεγάλο ύψος του καραβιού κάτω στην βάρκα που κουνιόταν συνεχώς, από μια κινητή γέφυρα με χοντρά σκοινιά στις άκρες για να κρατιόμαστε. 
     Πήραμε το δρόμο για το Μπανάτο ποδαράτα, γεμάτοι αγωνία και φόβο αν βρούμε ζωντανούς τους δικούς μας. Γιατί το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού, στου Πάφιλα το μαγαζί, δεν λειτουργούσε.
     Αυτό που αντικρύσανε τα μάτια μας ήταν βιβλική καταστροφή. Η χώρα δεν υπήρχε πια… μόνο ερείπια παντού και φωτιά από άκρη σε άκρη και άνθρωποι πλακωμένοι που φώναζαν σπαρακτικά για βοήθεια! 
     Ανεβήκαμε στο Ακρωτήρι για να κατηφορίσουμε προς τον Κάμπο. Από εκεί πάνω βλέπαμε την μεγάλη καταστροφή στη χώρα, όπου είχαν στηθεί πρόχειρες σκηνές στο κέντρο, μετά μάθαμε πως είχαν στήσει, στην Πλατεία Σολωμού, πρόχειρο Νοσοκομείο για τους τραυματίες και αστυνομία. Αλλά και στα χωριά όσο έφτανε το μάτι, τα πράγματα δεν φαίνονταν καλύτερα! Να βλέπεις ανθρώπους μαζεμένους πολλοί μαζί, άλλοι να κλαίνε άλλοι χτυπημένοι και άλαλοι όλοι από το φόβο!
     Κατεβαίνοντας προς το Μπανάτο συνάντησα γνωστούς και με μεγάλη ανακούφιση έμαθα πως οι δικοί μου δεν έπαθαν τίποτα κι ήταν καλά!
     Το σπίτι μας, τελικά, δεν είχε γκρεμιστεί. Του βάλαμε μπουντέλια και το στερεώσαμε και μείναμε μέσα για δύο χρόνια.


Γιάννης Καρακασίδης, ετών 69 

ΕΔΩ ΕΡΕΙΠΙΑ ΕΚΕΙ ΕΡΕΙΠΙΑ

Αυτές τις μέρες  κάθε Ζακυνθινός που έχει ζήσει τους καταστροφικούς  σεισμούς  του 1953, που οι ζωές πολλών χάθηκαν, όπως και η τότε Ζάκυνθος του πολιτισμού,  οι γειτονιές όλες τα σπίτια τα πάντα... Έστω και αν τότε ήταν μικροί σε ηλικία είτε λίγο μεγαλύτεροι κάνουν ένα φλας μπακ στο χθες και έρχεται σαν ταινία και γυρίζει εκεί που σταμάτησε  το τραγικό διήμερο 11 και 12 Αυγούστου. Όπως ο γράφων μόλις ξεκούρδιζε, γιατί ήμουν περίπου 3,5 χρονών.
     Θα πει κάποιος και τι μπορεί να θυμάται και όμως, γιατί είναι ένα γεγονός  που άλλαξε που σταμάτησε τις ζωές όλων μας μικρών μεγάλων.
     Το σπίτι μας ένα δίπατο τότε στην σημερινή Λογοθετών και Κατραμή μπροστά η ταβέρνα του Φαναρά-Αλαμάνου  μετά τους σεισμούς μετακινήθηκε) και εν συνεχεία  ο κήπος ο μεγάλος που παίζαμε με την αδελφή μου  και η σκάλα για να ανεβαίνουμε στο σπίτι...
     Έρχεται ο πρώτος ο πρωινός της 11ης Αυγούστου ο προειδοποιητικός του καταστροφικού που θα ερχόταν την επομένη ...που κανένας δεν τον φανταζόταν αλλά άρχισαν λες και το ήξεραν  να προετοιμάζουν τα  πράγματα τους όπως οι δικοί μου. Έχει σταματήσει  η ταινία  στην αυλή που παίζω με τα παιδιά της γειτονιάς μεγαλύτερα και μικρότερα του Νικολόπουλου ή Μπαχά και τα Γιανουλάκια ξαδέλφια μου και κάποια κοριτσάκια του Ολοιβότου και να βλέπω τον πατέρα μου από το πάνω πάτωμα να πετά κάποια δέματα (οπότε, αργότερα, μεγαλώνοντας, έμαθα πως ήταν δέματα με τα ρούχα μας άρα περίμεναν  και άλλον σεισμό).  
     12 Αυγούστου, 11 η ώρα, αποφράδας  μέρας, σταματούν τα ρολόγια  εγώ και η αδελφή μου,  μικρότερη, βρισκόμαστε στα κρεβάτια μας ακόμη. Οπότε  αρχίζει ο μεγάλος σεισμός  και πέφτουν από πάνω μας η μητέρα μου και ο πατέρας μου ο καθένας χωριστά στο κάθε παιδί  για να μας προφυλάξουν από το σπίτι που αρχίζει να γκρεμίζεται, εκεί ένα δοκάρι τραυματίζει τον πατέρα μου. Και αρχίζουν να τρέχουν αίματα ο οποίος  αφού μας απομακρύνει  με την μητέρα μου προς τα δέντρα του Άμμου  μας  αφήνει  για να πάει να επιδέσει τα τραύματα του.
     Μετά βρεθήκαμε στο Λυκούδι όπου ήταν τα κτήματα μας και το σπίτι της γιαγιάς.
Εκείνο το βραδύ κοιμηθήκαμε κάτω από τα άστρα στα αλώνια  αυτό το θυμάμαι… όπως θυμάμαι ένα αεροπλάνο κάτι να ρίχνει την ιδία μέρα ή την άλλη ήταν και να τρέχουμε να τα μαζέψουμε  μάλλον γαλέτες θα ήταν…
     Όσο και να θέλεις να τις σβήσεις δυστυχώς δεν σβήνονται αυτές οι μέρες η ταινία κολλάει...
     Η ζωή συνεχίζεται  χωρίς να είναι η ίδια όλα άλλαξαν όπως άλλαξε η πόλις προς το χειρότερο.


Σπύρος Στεριώτης, ετών 78

Ημέρα Τετάρτη
Η ομορφιά της Ζάκυνθος
Πάντα για μας εχάθη.
Επέρασε ένας σεισμός
Πρωτοφανές εγίνη
Και σπίτι ένα όρθιο
Δεν άφησε να μείνει.
Μητέρες κλαίνε για παιδιά
Παιδιά για τις Μητέρες
Αδέλφια για τον αδελφό
Κι άλλοι για τους Πατέρες.
Μπροστά μου παρουσιάστηκε
Ένας δυστυχισμένος
Που το παιδί του ήτουνα
Στο σπίτι πλακωμένο
Προσπάθησε ο δυστυχής
Να σώσει το παιδί του
Αλλά έτυχε μια σύμπτωση
Άλλοι να τον ιδούνε
Κι αυτόνε τον ετράβηξαν  
Κι έσωσε τη ζωή του
Αλλά του δυστυχή
κάηκε το παιδί του.



Στράτος Κουτουλογένης, ετών 79

Ο σεισμός της Τρίτης, 11ης Αυγούστου 1953, ήταν μεν ισχυρός αλλά το σπίτι μας στο Ρομίρι όπου έμενα, δεν υπέστη ζημιές. Γενικά, τα σπίτια του χωριού άντεξαν. Ο κόσμος, όμως, ήταν ανήσυχος και φοβισμένος. Υπήρχαν  φήμες και για άλλο σεισμό και ίσως στις αμέσως επόμενες μέρες. Θα ήταν άραγε, πιο δυνατός; Έτσι, την νύχτα της Τρίτης προς την Τετάρτη, δεν κοιμηθήκαμε μέσα στο σπίτι αλλά στο ύπαιθρο!
     Ξημέρωσε η Τετάρτη, οι χωριανοί καταπιάστηκαν με τις δουλειές τους. Ήρθε κι ο μάστρο-Νιόνιος στο σπίτι μας για να συνεχίσει το χτίσιμο της αποθήκης που άρχισε να χτίζει πριν μερικές μέρες. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας παρακολουθούσα τον μάστορα καταϊδρωμένο στη δουλειά του.
     Ξαφνικά η γη άρχισε να τρέμει, τα σκυλιά γάβγιζαν φοβισμένα και λυπητερά, το άλογο λίγο πιο πέρα χλιμίντριζε και προσπαθούσε να κόψει το σχοινί και να τρέξει αφηνιασμένο!
     Εκείνη την ώρα, βλέπω τον μάστορα να πετάει το μυστρί του κάτω και τους σπάγκους που είχαν μπερδευτεί στα πόδια του και να φεύγει τρέχοντας! Στεκόμουν ακίνητος, σαστισμένος, κοιτάζοντας τα κεραμίδια του σπιτιού μας, που ήταν πιο πέρα να πέφτουν και την μισοτελειωμένη αποθήκη  να σωριάζεται κάτω. Ο μάστρο- Νιόνιος  χάθηκε στην στροφή του δρόμου!
     Γρήγορα συνήλθα και πήγα τρέχοντας στο σημείο που ήταν η Μητέρα μου με τα τρία αδέλφια μου στην σκιά ενός δέντρου.
     Ο Πατέρας μου με τον μεγάλο αδελφό δεν είχαν γυρίσει από τις δουλειές τους. Μερικοί γείτονες ήρθαν κοντά μας τρομαγμένοι κι εκείνοι. Στα πρόσωπα όλων μας φόβος, πίκρα, λύπη, συναισθήματα απερίγραπτα, βλέποντας την καταστροφή που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια μας!
     Δεν φώναζε, ούτε θυμάμαι να έκλαιγε κανείς, μια σιωπή και μια βουβαμάρα, που τις διέκοπτε ένα, Ωωωωωωωωω, κάθε φορά που ένα κούνημα, ένας καινούριος σεισμός ερχόταν να μας θυμίσει την πραγματικότητα!
     Οι σεισμοί, λιγότερο ισχυροί, μεν αλλά δεν σταματούσαν. Με όλα ταύτα, εγώ θυμήθηκα κάτι ωραία καρπούζια που είχαμε σ΄ ένα χώρο στο πίσω μέρος του σπιτιού και λέω στην Μάνα μου ότι θα πάω να φέρω ένα. Φώναζε η καημένη αλλά εγώ δεν την άκουσα έτρεξα κι άρπαξα ένα πελώριο καρπούζι που στην συνέχεια, το μοιραστήκαμε με τους γείτονες και με τον παπά του χωριού, τον αείμνηστο Παπά Σούλη που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα!
     Ο Πατέρας κι ο αδελφός μου, δεν άργησαν να γυρίσουν από τις δουλειές τους, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι κι αναστατωμένοι!
     Με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του ο Πατέρας μου κοίταζε γύρω να δει αν όλοι είμαστε καλά και μόλις βεβαιώθηκε ότι είμαστε όλοι παρόντες, σώοι και καλά, κάθισε κάτω και πήρε μια βαθιά ανάσα!
     Ακόμα θυμάμαι εκείνες τις στιγμές, εκείνες τις πρώτες ώρες μετά τον μεγάλο σεισμό λες κι ήταν χθες!


Διονύσης Καμπάσης, ετών 79

Ο σεισμός, με βρίσκει 13 χρονών παιδί, στον Αλμυρό Μαγνησίας, όπου ο πατέρας μου, εργαζόταν  Διαχειριστής στην μεγάλη Εταιρία του Ζακυνθινού Διονύσιου Μωρέττη. Έφτιαχναν το Στρατιωτικό Αεροδρόμιο Αγχιάλου. Ήταν μια συνηθισμένη μέρα, που ουδείς φανταζόταν τι επεφύλαξε για το νησί μας, την Ζάκυνθο.
     Το βράδυ που ήρθε ο πατέρας μου από την δουλειά, μας είπε τα άσχημα μαντάτα. Ο Μωρέττης, ενημερώθηκε πάραυτα κι ενημέρωσε όλο το προσωπικό, ανάμεσα τους κι ο πατέρας μου και άλλοι Ζακυνθινοί.
     Μείναμε άναυδοι! Το παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πλήρως τι στ΄ αλήθεια σήμαινε αυτό! Ούτε μπορούσε να φανταστεί να μην υπάρχει πια Ζάκυνθος!
     Εν τω μεταξύ οι φήμες που οργίαζαν, έφταναν κι ως εμάς κι είμαστε όλοι μουδιασμένοι.
     Σημειωτέον ότι για βράδια, κοιμόμαστε  κι εμείς έξω στρωματσάδα γιατί είχε κάνει μεγάλο σεισμό στην περιοχή Σοφάδες Καρδίτσας και η μία γωνία του σπιτιού μας είχε πάθει βαθιές ρωγμές.
     Όλο το βράδυ, με την ψυχή στο στόμα, ακούμε ειδήσεις συνέχεια στο ράδιο που μιλούσαν μόνο για τις καταστροφές στα τρία Νησιά του Ιονίου! Ακούμε, πως το νησί μας στη χώρα, καίγεται από άκρη σε άκρη! 
     Ακούμε για πολλά θύματα που κείτονται νεκροί κάτω από τα χαλάσματα! Για ανθρώπους εγκλωβισμένους στα ερείπια που βλέπουν να πλησιάζει η φωτιά και θα καούν ζωντανοί αφού στις τρομακτικές κραυγές τους για βοήθεια δεν ανταποκρίνεται κανείς. Όχι μόνο γιατί δεν μπορούν να πλησιάσουν, αλλά και  γιατί οι σεισμοί απανωτοί και γύρω κρέμονται τοίχοι από μονώροφα αλλά και διώροφα σπίτια και μπαλκόνια φοβερά επικίνδυνο να γκρεμιστούν από στιγμή σε στιγμή και να πλακώσουν όποιον πλησίαζε για βοήθεια! 
     Την επόμενη ή μεθεπόμενη ημέρα, δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, όταν επέστρεψε από τη δουλειά ο πατέρας μου, μας ενημέρωσε πως αναχωρούμε εσπευσμένα για Ζάκυνθο. Ο Μωρέττης είχε έρθει σε επικοινωνία με Υπουργό στην Αθήνα και πήρε εντολή να μεταφερθεί όλο το Συνεργείο στην Ζάκυνθο για να βοηθήσει.
     Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από κει και πέρα. Μόνο, που μέχρι σήμερα, 66 χρόνια αργότερα, δεν έχει σβήσει από τα μάτια μου, αυτό που αντίκρισα φτάνοντας στην Ζάκυνθο…


Follow by Email

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails