© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Στους δρόμους το «ποτέ» δεν έχει ρόλο


Γράφει και φωτογραφίζει ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΗΜΕΛΛΑΣ
















Έσταξε στα χείλια του ένα γλυκό δηλητήριο, για μια ακόμη φορά το πάλευε, θα τερμάτιζε τον κύκλο του, μια ζωή που έγραφε ακόμη στο κοντέρ ψηλές ταχύτητες. Δεν είναι το τέλος, μα η αρχή, έλεγε και ξανάλεγε μα κανένας δεν άκουγε τις μικρές αδιάφορες σκέψεις του. Άλλες γλώσσες, με φωνήεντα που μοιάζουν με τα δικά μας σύμφωνα.
Τα χνώτα μας δεν μυρίζουν πια και ο ιδρώτας έχει κάτι από όλους τους πικρούς καφέδες που τραβάμε, κάθε που γράφεται η αποτυχία στην άκρη του δρόμου μας.
Είναι παιδί ακόμη, μα ο ουρανός όλο και κλείνει, και για κείνον σκάνε τα σύννεφα πάνω από τα κεφάλια μας και θρυμματίζουν κάθε μικρή στιγμή που θα μπορούσε, ήταν ικανή να γίνει έρωτας. Ξεκίνησε να περπατά από τα  πρώτα χρόνια, η χώρα του μακριά πέρα από τον ορίζοντα, από αυτές που μας  φύτεψαν σπόρο πως είναι σχεδόν σε άλλο πλανήτη, στο μυαλό, βαθειά, και έχει θεριέψει, έχει βγάλει ρίζες και πέρα από το σώμα,  γερνά τώρα κι αυτό το δέντρο, βαραίνοντας τον ίσκιο μας, βαραίνοντας μας, όπως στέκει παίζοντας ξεκουρδισμένα, άκαιρα, τραγούδια.
Ο τόπος του δεν έχει φτώχεια, όχι, η φτώχεια ορίζεται σαν έχει κάτι που σου δείχνει καλύτερο, συγκρίνεις και τότε την ορίζεις, λες πεινάω όταν βλέπεις, υποπτεύεσαι πως υπάρχει κάτι που θα γεμίσει το στομάχι, θα θρέψει το μυαλό μα αν, αν δεν υπάρχει τίποτε, αν η σύγκριση είναι με το θανατικό, με το τέλος, δεν υπάρχει τέτοια λέξη. Μεγάλωσε περπατώντας, ψάχνοντας το ξεροκόμματο, γυρεύοντας ακόμη και τα μάτια, τι ειρωνεία, να ξεδιψάσουν, μια σταλιά να ξαποστάσουν από το ανυπόφορο. 
Γλύτωσε από ένα σωρό παγίδες, στον τόπο του τις παγίδες τις έβαλαν για τους ανθρώπους μιας και τα άλλα ζώα, τα αθώα, δεν είχαν ούτε θέση μα ούτε και πρόλαβαν ποτέ να διεκδικήσουν κάποιο ρολάκι της ζωής. Πέρασε ναρκοπέδια που ήταν κρυφά, βαλμένα ακόμη και στην αυλή του καλαμόσπιτου που σκέπαζε τον ουρανό από τα βγαλμένα από αγωνία και φόβο μάτια.
Με την δίψα τα κατάφερνε, έβρεχε τακτικά,  μάζευε τ’ ουρανού του κλάμα, τον πρωτοπέτυχα να χορεύει μέσα σε μια καταιγίδα. Ανίδεος μικρός και λίγος μαζεύτηκα, έχασα τα λογικά μου, αυτοί οι ανύπαρκτοι τύποι είπα, περνιούνται τώρα για άνθρωποι; Μα είναι ο κόσμος μου σκληρά φτιαγμένος, κι εγώ γρανάζι μηχανής που δουλεύει, ακυρώνοντας κάθε διαφορετικό υλικό.
Γλύτωσε τα πόδια του, γλύτωσε το ταλαιπωρημένο, γεμάτο πληγές σώμα, μακριά από θεούς που δεν χωρούν σε τόσο πόνο. Πήρε βαπόρια, έκανε όσο καλύτερα μπορούσε εκείνο που σπούδασε, περπάτησε, μπήκε παράνομα στη χώρα, στο δικό μας μικρομέγαλο τόπο. Από τα σύνορα, Έβρος, ξυπόλητος, ματωμένος, άγνωστος με αγνώστους σ’ έναν άλλο πλανήτη άνυδρο, σκληρό με συναισθήματα που παίρνουμε στον τάφο μα δεν τα δίνουμε εκεί που τους αξίζει. Πονάμε, μα κάνουμε την θλίψη φυλαχτό, περιδέραιο ψυχής.
Στην χώρα μας βρήκε τα πατήματα νωρίς, μια Μπανανία ακόμη. Μα ποιός δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι, κυνηγητά στο κέντρο, μα και τα ναρκωτικά στο κέντρο. Όλα μια στιγμή, την ίδια. Ξεδίψασε, χόρτασε, έπιασε τον εαυτό του να γίνεται ένας από εμάς. Έμαθε τι θα πει φτώχεια, κοίταξε, είδε προς τα πάνω, τα ψηλότερα πατώματα. Άρχισε να κλέβει, μπήκε σε συμμορίες που η σκληρή βία,  το κακό στον συνάνθρωπο είναι το πρόγραμμα, ο στόχος.
Ο λαθρομετανάστης από τις θλιβερές χώρες κάτω από τον Νείλο, εκείνες που έδωσαν το αίμα τους για να χτιστούν ακόμη και οι πυραμίδες, άλλαξε προσανατολισμό, τον κάναμε λευκό και  βρήκε γόνιμο έδαφος να φυτέψει νάρκες μέσα στην καρδιά και τη ζωή του. Ναι, είναι κλέφτης, μπορεί αύριο, σήμερα, να γίνει δολοφόνος. Το πιθανότερο είναι φονιάς, μα του εαυτού του.
Στον δικό μας χωράφι που δεν έχει νάρκες, ο ουρανός κλείνει, μα βγάζει ακόμη ήλιο, έτσι χωρίς κανόνες, χωρίς μια κατεύθυνση, όποιος δυστυχισμένος μαζεύεται θα ορίζει το ήθος, το καλό και το κακό, όπως εκείνος και η παρέα του διαλέγει. Μέχρι τότε το κέντρο της πόλης, απροσπέλαστο, σκληρό, ίσως να θέλει κι ένα μαχαίρι, έναν σουγιά στο χέρι.  Να περπατάμε και, αν τύχει, να το καρφώνουμε φωνάζοντας ανάμεσα σε πεταγμένα μάτια.

* Οι φωτογραφίες, που συνοδεύουν το κείμενο, είναι από ένα ταξίδι μου στην Αγκόλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Follow by Email

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails