© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΖΕΝΗ ΡΟΥΣΣΕΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΖΕΝΗ ΡΟΥΣΣΕΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ
Γράφει -σε τέσσερα μέρη- ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ. Κάντε κλικ στην ανωτέρω φωτό, για να έχετε πρόσβαση στον θεατρικό κόσμο της Τζένης Ρουσσέα!

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Γυρισμός από την ωραία Ζάκυνθο

Γράφει ο Παναγιώτης Αγησιλάου Ζιωτόπουλος 


Χθες βράδυ αργά επέστρεψα
απ’ τον ωραίο Τζάντε,
το φιόρο του Λεβάντε
με θλίψη στην καρδιά.

Στ’ αυτιά μου ακόμα αντηχούν
ζακυνθινές καντάδες,
τραγούδια, σερενάδες
κι αρέκιες μαγικές.
Μ’ αυτά τα λίγα λόγια θέλησα, εμπνεόμενος από την ρίμα του αειμνήστου Βιζυηνού, να συνοψίσω τα συναισθήματά μου, όταν μετά από σαράντα μέρες περίπου ξανάνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου στο κλεινόν άστυ. Ένας μήνας ζωής ξένοιαστης κι ανέμελης, μακρυά από την νοσηρή ατμόσφαιρα της Αθήνας του προσφάτου πολιτικού παλιμπαιδισμού των δημοψηφισμάτων και των κοινωνικών αναταραχών λόγω των capital controls. Μπάνια, σινεμαδάκια, ατέλειωτοι περίπατοι στις παραλίες και τα στενά δρομάκια του νησιού, ανάμεσα στις ελιές και στα πεύκα.
Για την νεολαία ευκαιρία ξεγνοιασιάς και απόλαυση της γοητείας της θάλασσας με τα τόσα χρώματα και τις τόσες εναλλαγές, αλλά και δυνατότητα επίσκεψης και διερεύνησης κάθε μαγευτικής ομορφιάς του νησιού. Παραλλήλως άνεση και άρση δισταγμού για την δημιουργία κάθε είδους κοινωνικών σχέσεων, φλερτ και βεβαίως ό,τι περαιτέρω ήθελεν προκύψει. Αναρίθμητα ζευγαράκια το πρωί ξαπλωμένα στις ολόξανθες από την άμμο ακρογιαλιές και το βράδυ πιασμένα χεράκι-χεράκι στα καντούνια της πόλης ή σφιχταγκαλιασμένα κάπου μακρυά να μετράνε τα άστρα. Βλέποντάς τα έρχονταν ασυναισθήτως στον νου μου τα λόγια ενός παλαιού λαϊκού τραγουδιού, τροποποιημένα επί το… ζακυνθινόν
«Στου Τζάντε τις ακρογιαλιές, σε μαγεμένα βράδυα,
κοντά σου πρωτογνώρισα του έρωτα τα χάδια,
Τζαντιώτισσα τα μάτια σου λάμπανε σαν πετράδια».
Για τους μεγαλυτέρους στην ηλικία, που συνήθως είχαν μαζί και τις οικογένειές τους, οι διακοπές στην Ζάκυνθο εκτός από ευκαιρία για θαλασσινά μπάνια ήταν ένας πραγματικός γαστριμαργικός πειρασμός. Το ντόπιο ζακυνθινό λαδοτύρι, η σκορδαλιά ή αλιάδα, το χαρακτηριστικό ζακυνθινό κοκκινιστό κρέας με ελιές, τυρί και δαφνόφυλλα, το κουνέλι κοκκινιστό ή μη, οι μελιτζάνες με σάλτσα ντομάτας, ξύδι και σκόρδο (σκορδοστούμπι), καθώς και τα ιδιαίτερα ζακυνθινά κρασιά, αποτελούν πάντοτε τους συνηθέστερους στόχους επίθεσης των καλοφαγάδων επισκεπτών.
Περιέργως, στην Ζάκυνθο δεν έχει ευδοκιμήσει ιδιαιτέρως η βιομηχανία της ψησταριάς. Βεβαίως μπορεί κάποιος να απολαύσει ωραιότατα σουβλάκια, μπριζόλες και μπιφτέκια, πλην όμως δεν θα ήταν ιδιαιτέρως τυχερός εάν θα ήθελε να δοκιμάσει γύρο, κοκορέτσι, εξοχικό, σπληνάντερο κλπ. Επίσης, μολονότι μπορεί κανείς να δοκιμάσει ωραιότατα ψάρια, η Ζάκυνθος είναι ίσως το μόνο νησί που κατά γενικόν κανόνα «Δεν προτιμά το ψάρι». Η Ζάκυνθος είναι το νησί του καλού μαγειρευτού φαγητού.
Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία επισκεπτών, όλοι εμείς οι παλαιότεροι Ζακυνθινοί της διασποράς και ζακυνθινόπληκτοι, που όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος ζήσαμε την Ζάκυνθο με το συναίσθημα και την νοσταλγία, και την είδαμε με τα γυαλιά της ιστορικής μνήμης. Είναι γεγονός ότι το τοπίον δεν άλλαξε. Την χαριστική βολή στην παλαιά Ζάκυνθο έδωσαν ο σεισμός και η πυρκαγιά του 1953, η τουριστικοποίηση, η άναρχη και άνευ μέτρου και συμφωνίας προς την παράδοση ανοικοδόμηση του νησιού και ο άκρατος νεοπλουτισμός. Εκείνα που πραγματικά λείπουν είναι η ομορφιά, το πνεύμα, το ιδιαίτερο χρώμα και η αίσθηση του ότι ο ιδιαίτερος πολιτισμός συνεχίζεται. Σήμερα ο τουρίστας και ο επισκέπτης πηγαίνουν στο νησί όπως θα επήγαιναν στην Σαντορίνη, Μύκονο, Υδρα κλπ. Αυτό ενοχλεί κάπως τους παλαιούς Ζακυνθινούς.
Στην Ζάκυνθο ο επισκέπτης θα πρέπει να πηγαίνει ως προσκυνητής ενός πολιτισμού πολύ ανωτέρου εκείνου που είχε το μικρό Ελληνικό Βασίλειο κατά την εποχή της Ενωσης. Αποτελεί ιεροσυλία να φθάνουν καθημερινώς τουρίστες στην Μπόχαλη, την ιερή συνοικία της παλαιάς νήσου και να ζητούν να ακούσουν «καμμιά ζεϊμπεκιά». Εκεί που άλλοτε ακούστηκαν το κελάηδημα του Κονιτόπουλου και οι ονειρεμένες φωνές των Φιορεντίνου, Στάβερη ή Λέντζερη, Στρούζα και τόσων άλλων κανταδόρων, ματαίως περιμένουμε να ξαναγίνει κάποιο θαύμα και να ξανακούσουμε να τραγουδάει η γνήσια ζακυνθινή ψυχή. Πρακτικώς δεν ακούγονται πια καντάδες και μόνον περιστασιακώς μερικοί μερακληδες συνεχίζουν εδώ κι εκεί να διακονούν στον βωμό της μουσικής παράδοσης. Ευτυχώς που τα τελευταία χρόνια μερικοί καλλίφωνοι Ζακυνθινοί δημιούργησαν τους «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος», μια παραδοσιακή ορχήστρα κανταδόρων που προσπαθεί κατά κάποιο τρόπο να διατηρήσει άσβεστη την παραδοσιακή μουσική μνήμη του νησιού, συμμαζεύοντας όλα τα παλαιότερα ζακυνθινά μουσικά ακούσματα.
Κατά τα άλλα, λίγα πράγματα θυμίζουν πια την αλλοτινή «Φλωρεντία της Ανατολής». Κι όμως! Κάθε φορά που φεύγουμε και γυρίζουμε στα «χειμαδιά» μας, αντικρίζοντας το «καμπαναρίο» του Αγίου Διονυσίου να χάνεται στον ορίζοντα, το μόνο που σκεπτόμαστε είναι πότε θα ξαναδούμε το αγαπημένο νησάκι. Το καλοκαίρι με τις υπέροχες ακρογιαλιές και την ολόχρυση άμμο, τα γιασεμιά, τα μπουγαρίνια και τις γραντούκες; Το φθινόπωρο με τις καταπράσινες πλαγιές γεμάτες από κυκλάμινα. Την άνοιξη με τις παπαρούνες, τις ανεμώνες, τα φιορ ντ’ αμόρε και τέλος τις βιολέτες και τα διάφορα αγριολούλουδα που δημιουργούν τον αισθητικό περίγυρο για τον στολισμό του Επιταφίου.
Μόνον όποιος έχει ζήσει στην παλαιά Ζάκυνθο θα μπορούσε να κατανοήσει απολύτως γιατί οι παλαιοί Ζακυνθινοί, όταν πήγαιναν για δουλειές απέναντι στην Κυλλήνη, αναφωνούσαν με πίκρα «Μα την ξενητειά μου» ή «μα την ξενητεία μου» επί το ζακυνθινόν. Ο Ζακυνθινός, εν αντιθέσει με τον Κεφαλλονίτη που έφθανε μέχρι τα πέρατα του κόσμου και έφθασε να γίνει μέχρι και πρωθυπουργός του μακρινού Σιάμ, δεν εγκατέλειπε εύκολα την πατρίδα του για να ξενιτευθεί. Για τον λόγο αυτόν τον ονόμασαν «σπουργίτη», μια και το σπουργιτάκι δεν είναι αποδημητικό πουλί. Τελειώνουμε με τους στίχους ενός παλαιού Ζακυνθινού ποιητή, του αειμνήστου Ι. Τσακασιάνου ή «Σπουργίτη».
Αχ, πώς βαστάς και ζεις καρδιά χωρίς τη Ζάκυθό σου!
Για να σου σβη τη λαύρα σου, την θλίψη, τον καϋμό σου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Follow by Email

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails