© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2020

Ο Μπετόβεν του Μάνου Χατζιδάκι


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
mikropragmata.lifo.gr
Στη μνήμη του Μάνου Χατζιδάκι που αναχώρησε στ’ άστρα στις 15 Ιουνίου 1994.
Παγκοσμίως γιορτάζονται φέτος τα 250 χρόνια από την γέννηση του Ludwig Van Beethoven (1770-1827).
Πρόκειται αναμφισβήτητα για τον πιο αναγνωρίσιμο συνθέτη της κλασσικής μουσικής στο ευρύ κοινό, ειδικά για την περίφημη 5η συμφωνία του και την Ωδή της Χαράς από την μεγαλειώδη 9η.
Το πιο μυημένο κοινό έχει ακούσει κι άλλα έργα του κορυφαίου συνθέτη, αλλά και πάλι όχι τον Μπετόβεν στην ολότητά του.
Ο Μπετόβεν υπήρξε σίγουρα ο μεγάλος συμφωνιστής! Αλλά ποιος από τους πολλούς έχει ακούσει, για παράδειγμα, την 1η συμφωνία του, σε ντο μείζονα;
Κι εγώ την αγνοούσα ώσπου μου την υπέδειξε ο Μάνος Χατζιδάκις, όταν την έπαιξε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, που ο ίδιος ίδρυσε και διηύθυνε, την Μ. Τετάρτη, 3 Απριλίου 1991 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ο Χατζιδάκις επέλεξε να ανοίξει εκείνη την Πασχαλινή συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων (που περιλάμβανε, επίσης, το Stabat Mater του Karol Szymanowski και την Συμφωνία αρ. 3 του Μίκη Θεοδωράκη), με την Συμφωνία Νο 1 του Μπετόβεν, η οποία είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 1800 και πρωτοπαίχτηκε στις 2 Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Ο Χατζιδάκις την ερμήνευσε ακριβώς 191 χρόνια μετά. Φέτος συμπληρώθηκαν 220 χρόνια από την σύνθεσή της.
Με αυτή την συμφωνία ο τριαντάχρονος Μπετόβεν εγκαινίασε τον μουσικό 19ο αιώνα. Κατά τον Kretzchmar, μελετητή του Μπετόβεν, η 1η Συμφωνία είναι το ορχηστρικό κύκνειο άσμα του 18ου αιώνος, το τελευταίο συμφωνικό δείγμα της κλασσικής αντίληψης, που με την λάμψη και την απλότητά της αναγγέλλει τον ρομαντισμό, του οποίου ο Μπετόβεν υπήρξε ένας από τους πρώτους εκφραστές του.
Ο Χατζιδάκις διευθύνοντας την Ορχήστρα των Χρωμάτων στην 1η του Μπετόβεν, ανέδειξε αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της: την λάμψη και την απλότητα, με ρομαντικούς ιριδισμούς, που προανήγγειλαν πανηγυρικά τις επόμενες μεγάλες συμφωνίες του συνθέτη.
Στο πρόγραμμα εκείνης της συναυλίας (επιμέλεια: Βασίλης Νικολαΐδης), υπήρχαν οκτώ σελίδες αφιερωμένες στον Μπετόβεν και στην 1η Συμφωνία του. Άλλωστε τα προγράμματα της Ορχήστρας των Χρωμάτων είχαν τη σφραγίδα του Χατζιδάκι, με κείμενα, φωτογραφικό υλικό και δείγματα από παρτιτούρες των έργων, πράγμα εντελώς ασυνήθιστο για εκείνη την εποχή.
Λίγους μήνες μετά, Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 1991, ο Χατζιδάκις δίνει μια σημαντική συναυλία στο Ηρώδειο με την Ορχήστρα των Χρωμάτων και ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον πρόγραμμα: Η 1η Συμφωνία του Σεργκέι Προκόφιεφ (η «Κλασσική»), η 1η Συμφωνία του Ζωρζ Μπιζέ, το έργο του Χατζιδάκι «Εγκώμιον Επιφανούς Ανδρός», που μόλις είχε γράψει και αφιερώσει στον φίλο του Κωνσταντίνο Καραμανλή, και το Κοντσέρτο για πιάνο Νο 1, σε ντο μείζονα (1795), του Μπετόβεν. Σολίστ, η αγαπημένη πιανίστρια του Χατζιδάκι, Ντόρα Μπακοπούλου.

Ο Χατζιδάκις και εδώ μας πρότεινε έναν μάλλον άγνωστο Μπετόβεν, καθώς το 1ο Κοντσέρτο για πιάνο είναι ένα έργο που και ο ίδιος ο συνθέτης δεν το εκτιμούσε και πολύ, και δήλωνε πως δεν ανήκει στις καλύτερες συνθέσεις του για πιάνο.
Αν και στο έργο αυτό είναι έκδηλος ο επηρεασμός από το ύφος του Χάϋδν και του Μότσαρτ, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε μέρη, όπως το μεσαίο (Largo), όπου είναι προφανές το στυλ και η προσωπική σφραγίδα του Μπετόβεν.
Θυμάμαι την  Ντόρα Μπακοπούλου να το ερμηνεύει με νεανικό ενθουσιασμό και τον Χατζιδάκι ως μαέστρο να πάλλεται στο ζωηρό και λαμπερό τελευταίο μέρος (Rondo).
Στο τέλος εκείνης της χρονιάς (1991) και συγκεκριμένα στις 18 Δεκεμβρίου, στην Αίθουσα «Παλλάς», ο Χατζιδάκις μας δίνει έναν ακόμα εξαίσιο Μπετόβεν: Το περίφημο Τριπλό Κοντσέρτο σε ντο μείζονα, για πιάνο, βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα. Το έργο αυτό αποτελούσε το δεύτερο μέρος εκείνης της συναυλίας. Στο πρώτο είχαμε δύο έργα ελλήνων συνθετών: του Μενέλαου Παλλάντιου (ο οποίος υπήρξε και δάσκαλος του Χατζιδάκι) και του Αντίοχου Ευαγγελάτου.

Σολίστ στο τριπλό κοντσέρτο του Μπετόβεν ήσαν οι: Άρης Γαρουφαλής, πιάνο και Τάτσης Αποστολίδης, βιολί (αείμνηστοι και οι δύο) και ο Ρουμάνος τσελίστας Alexandru Morosanu. Οι τρεις σολίστ έδωσαν και ένα ρεσιτάλ με έργα για τρίο των Χάϋδν, Μπετόβεν και Ντβόρζακ, δύο μέρες μετά στο «Παλλάς». Πρέπει να πούμε εδώ ότι ο Χατζιδάκις είχε μια εντελώς πρωτοποριακή αντίληψη για τις συναυλίες της Ορχήστρας των Χρωμάτων. Κάθε συναυλία ακολουθούνταν από ένα ρεσιτάλ των μουσικών που είχαν παίξει ως σολίστ με την Ορχήστρα ή και άλλων, ανάλογα με τα αφιερώματα που ήθελε να κάνει ο Χατζιδάκις.
Και το Τριπλό Κοντσέρτο, που μας πρότεινε τότε ο Χατζιδάκις, ανήκει στα έργα του Μπετόβεν που δεν είχε την αποδοχή που του έπρεπε, την εποχή του συνθέτη. Η θέση του στη μουσική ζωή δεν ήταν ποτέ αντίστοιχη με άλλα έργα του Μπετόβεν, με τα οποία, όμως, μπορεί να συγκριθεί άνετα. Πολλοί το χαρακτήρισαν «περιστασιακό», αλλά είναι άδικος ο χαρακτηρισμός. Για να κατανοήσει κάποιος το έργο αυτό πρέπει να είναι ανοικτός και διατεθειμένος ν’ ακούσει. Γι’ αυτό ένας κριτικός, στο τέλος του άρθρου του, μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στη Βιέννη (1808), έγραψε: «Όπως γνωρίζουμε σπάνια μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη για ένα έργο του Μπετόβεν, απ’ την πρώτη ακρόαση. Γι’ αυτό δεν θα πω τίποτε άλλο γι’ αυτό το κοντσέρτο, αφού ακόμα δεν το ακούσαμε πολλές φορές».
Πιστεύω ακράδαντα πως αυτή ήταν και η άποψη του Χατζιδάκι: Μας πρότεινε ένα έργο με την Ορχήστρα των Χρωμάτων για να το ακούμε από κει και πέρα συνεχώς και να το ανακαλύπτουμε βαθύτερα και ουσιαστικότερα.

Ο τελευταίος Μπετόβεν του Χατζιδάκι με την Ορχήστρα των Χρωμάτων ήταν την Τετάρτη 11 Μαρτίου 1992, πάλι στην ιστορική Αίθουσα «Παλλάς» της οδού Βουκουρεστίου, αλλά αυτή τη φορά διηύθυνε ο μαέστρος Ανδρέας Παρίδης, προσκληθείς υπό του Χατζιδάκι.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε έργα των Μότσαρτ, Ντεμπυσί, Χίντεμιθ και έκλεινε με την 4η Συμφωνία του Μπετόβεν.
Και η 4η του Μπετόβεν δεν είναι τόσο δημοφιλής, όσο η 3η («Ηρωϊκή»), η 5η, η 6η («Ποιμενική») ή η 9η.
Με απόσταση τριών ετών από την «Ηρωϊκή», η 4η διαφέρει απ’ αυτήν ριζικά.
Τελείως ενδεικτικά αναφέρω πως το Adagio αποτελεί έναν απ΄τους πιο καθαρούς στοχασμούς του συνθέτη, ενώ το μενουέτο διακρίνεται για τις απότομες αντιθέσεις και την ένταση του συναισθήματος. Στο φινάλε κυριαρχεί η αμέριμνη χαρά και η αγάπη για τη ζωή.
Ο Ανδρέας Παρίδης διηύθυνε την Ορχήστρα των Χρωμάτων με ορμή αλλά και ευαισθησία. Ο Χατζιδάκις αυτή την φορά ήταν στο κοινό.
Όμως, η ...σχέση του Χατζιδάκι με τον Μπετόβεν είναι παλιά... Στην θρυλική διάλεξή του για το Ρεμπέτικο, στο Θέατρο Τέχνης (1949), κάνει μια ηχηρή αναφορά:
«Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν. Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση)».
Άραγε, το αλλοτινό ερώτημα του Χατζιδάκι υπάρχει και σήμερα; «Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν;».
Στο ίδιο μήκος κύματος πολύ αργότερα σε μια συνέντευξή του ο Χατζιδάκις ήταν κατηγορηματικός: «Αν ξαναρχόμουν στον κόσμο θα ερχόμουν μόνο για να κάνω έρωτα και να φύγω. Και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα ‘ναι για τον έρωτα που θα χάσω, για τα πρόσωπα που δεν θα γνωρίσω. Όλα τα άλλα είναι αστεία. Τέλειωσαν οι εποχές που ένας άνθρωπος μπορούσε ν’ αντικαταστήσει τον ερωτικό του σύντροφο με μια συμφωνία του Μπετόβεν. Αυτά ανήκουν στο 19ο αιώνα. Σήμερα, ένας άνθρωπος που προβαίνει σε τέτοιες αντικαταστάσεις είναι μάλλον ύποπτος ψυχολογικών διαταραχών και μιας νοημοσύνης η οποία ακουμπάει την παρανοϊκότητα».
Επομένως, για τον Χατζιδάκι ο Μπετόβεν στις μέρες μας ούτε μια βραδιά κεφιού μπορεί να καλύψει ούτε – πολύ περισσότερο – έναν ερωτικό σύντροφο να αντικαταστήσει.
Γιατί, προφανώς, ο Μπετόβεν καλύπτει άλλες πλευρές της ύπαρξής μας, καθιστώντας μας, πάντως, εραστές της μουσικής του και της ομορφιάς που θα σώσει τον κόσμο.
Στον Μάνο Χατζιδάκι οφείλω την ανακάλυψη του πρώιμου Μπετόβεν. Τον οποίο ακούω και ξανακούω, μακαρίζοντας τον Χατζιδάκι για την γενναιοδωρία του!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Follow by Email

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails