






ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΟΝΤΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ









Σημειώσεις
[1] Ντίνου Κονόμου, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια 1478-1978, Αθήνα 1979, τ. 2 (Ύπαιθρος Χώρα), σ. 46.
[2] ό.π., σ. 34.
[3] ό.π., σ. 51.

Τ' ανθάκια της φτωχής και αμελητέας (κατά τα άλλα) αγγουρίτσας έχουν φορέσει το γαλαζομπλε ένδυμα και πίνουν ήδη ήλιο!
Ξέρετε πόσο μικρό είναι αυτό το κιτρινάκι; Γύρω στον έναν πόντο. Κι όμως δεν το βάζει κάτω. Προσφέρει ό,τι μπορεί. Απαιτεί από τη ζωή ό,τι τού αναλογεί!
Παρακάτω συναντάμε έναν αφοσιωμένο βοσκό επί το έργον, τον κυρ Πέτρο, με τον οποίον ανταλλάσσουμε θερμές καλημέρες και ευχές για το καλό του νέου χρόνου.
Στη συνέχεια περνάμε μπροστά από το αγροτόσπιτο του κυρ Αντώνη. Στην πόρτα ο σκύλος του δεν πτοείται, μήτε καθόλου ανησυχεί με την παρουσία ξένων! Έχει μάλλον καταβληθεί από εντονότατη νωχέλεια, λόγω του ήδη καυτού ήλιου! Οπότε, τι να μάς γαυγίζει τώρα;
Ο κυρ Αντώνης, φιλόξενος ανέκαθεν και γαλαντόμος όσο δεν παίρνει άλλο, θέλει να μάς ευχαριστήσει. Επιθυμεί να μάς φιλέψει -λέει- ολόφρεσκα αυγά απ' τις κότες του. Εμείς, έχοντας ήδη σχεδιάσει την ομελέτα με σπαράγγια, το θεωρούμε λαχείο και, όπως καταλαβαίνετε, δεν λέμε όχι!



