© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Παρασκευή 18 Μαΐου 2007

Στίχοι κάτω απ' τη σκάλα ή Πώς ο αγαθός άγγελος όλο πειράζει τη γάτα της Αγκύρας


Της Glory

[ Τελικά η Ποίηση εκδικείται!!!… Κι αν ετούτο ακούγεται υπερβολικό, ας το εκφράσω κοσμιότερα: Μπορεί ν’ αργεί, αλλ’ αποδίδει τα χρωστούμενα κι -ευτυχώς- επαληθεύεται από την Ιστορία.
Από το (ξεχασμένο εν πολλοίς) αρχείο των ταπεινών μου ποιητικών δοκιμών και ασκήσεων ανασύρω σήμερα ένα σατιρικό στιχούργημα τής 23ης Ιανουαρίου 1992, το οποίο έχει στις μέρες μας –αλίμονο- τραγική επικαιρότητα. Οι πρωταγωνιστές του ξαναπαίζουν το ίδιο έργο στις μέρες μας… Το ποίημα που ακολουθεί γράφτηκε, θυμάμαι, ως προσωπική αντί-δραση σε πρακτικές της εποχής εκείνης, με πολύ μεγάλο πόνο ψυχής και κρατήθηκε μακριά από την δημοσιότητα επί δεκατρία πλήρη χρόνια. Ορισμένες περίεργες καταστάσεις σήψης, μόνον η Ποίηση μπορεί να τις καυτηριάσει και αθανατίσει. Διότι, καθώς λέει και ο λαός μας, «ο λόγος εις τη χρεία ευφραίνει την καρδία»!… Πόσο μάλλον ο σατιρικός ποιητικός λόγος!!! Ευνόητο είναι, ότι η σουρεαλιστική έκφραση υπήρξε το αναγκαίο προκάλυμμά μου. Εδώ μεταφέρω το ποίημα δίχως διορθωτικές παρεμβάσεις, από το νέο μου βιβλίο "Ο αρχαίος Αγροφύλαξ", εκδ. Γαβριηλίδης 2007, σ. 65. Και ο νοών, νοείτω…
π. Π.Κ. ]

Το αλάτι και το μάτι
αβασκάνανε το άτι
και το αφήσανε σακάτη.

Η φθορά και η σπορά
έχουν ίδι’ αποφορά.
Ποια κυράτσα την φορά;

Να φορέσουμε γραβάτα
στην Γκλορίτσα μας τη γάτα
για να βγει πραγματικό
το που είδες με φακό
το παλιό σατιρικό.

Είναι η μέρα του Ιανού
μα ο άγγελος ποιανού;
Και το φως του διπλανού;

Ποιος πειράζει τη γατούλα
τα που κάνει στη σακούλα;

Βάλε αλάτι, βγάλε μάτι
μα σου λείπει το ένα ΚΑΤΙ.
Βγάλε μάτι, βάλε αλάτι
κάτω απ’ το μονό κρεβάτι
κι αν αβάσκανα τη γάτα
που ωμοφορεί γραβάτα
βγάλε αλάτι, στήσε μάτι
μα σου λείπει το ένα ΚΑΤΙ.

Το ουσιαστικό πνευματικό γεγονός της τελευταίας πεντηκονταετίας στο Τζάντε



Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ

Με πολλή χαιρεκακία (τ’ ομολογώ!) υπογραμμίζω τη σκληρή (πλην δίκαιη) πραγματικότητα, ότι τα πολιτικά και κοσμικά πράγματα του κάθε καιρού και τόπου έχουν πάντοτε ημερομηνία λήξης ορατή, ευτυχώς!!!
Ανασύροντας στοιχεία και σημεία από τη συλλογική Μνήμη τού μόλις παρελθόντος μισού αιώνα μετασεισμικού Τζάντε μας, η έκδοση του Περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα, νοηματοδοτεί -θεωρώ- τ’ άνευρα και άνοστα πενήντα τελευταία χρόνια μοναξιάς μας.
Γεννήθηκε από τον Ντίνο Κονόμο το 1945 εξ αγάπης πολλής και, με μια μικρή σιγή μετά την εκδημία του (1990), υιοθετήθηκε το 1995 από τον Διονύση Σέρρα (εξ αγάπης πάλι πολλής, δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί διαφορετικότερα) και φθάνει εύρωστη μέχρι τις μέρες μας, παρά τα βιοτικά της προβλήματα. Ισχύει δηλαδή για περίπου έξι δεκαετίες, μα καλύπτει το ιστορικό γίγνεσθαι της Ζακύνθου (κυρίως) και των άλλων Ιόνιων νησιών «απ’ αρχής και μέχρις των εσχάτων».

Η σεμνή αυτή φιλολογική, λαογραφική και ιστορική περιοδική έκδοση ξεπροβάλλει αποφασιστικά μες από τους καπνούς μιας πολυταλανιζόμενης τότε πατρίδας και πασχίζει ν’ αναπνεύσει, διασώζοντας ψήγματα Ιστορίας, ώστε να συμπληρωθεί το ανακατωμένο παζλ της τοπικής μας ιδιαιτερότητας. Έγραφε ο Κονόμος το Νοέμβριο του 1945 στο «Προλογικό» του: "Στους ώμους μας βαραίνουν η κληρονομιά του παρελθόντος και του παρόντος οι απαιτήσεις… (…) Βασικός σκοπός είναι το σήμερα. Αυτό έχουν υποχρέωση οι πνευματικοί άνθρωποι να μελετήσουν. Κι αυτό να τραγουδήσουν. Κι αυτό να μετουσιώσουν σε μορφές Τέχνης. Μα σ’ αυτή την προσπάθεια θα βοηθήσει κι η γνώση των περασμένων. (…) Απ’ αυτή τη μελέτη θα βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα που θα συνδέσουν το χτες με το σήμερα και θα γίνουν παρορμητικά παραγγέλματα για το αύριο…(…)".

Από τότε και για όλη την υπόλοιπη ζωή του κατέθεσε ο Κονόμος, μες από τα μεστά φύλλα των «Φύλλων» του, πλείστες όσες αθέατες μέχρι τότε στιγμές των «περασμένων μεγαλείων» μας, πολυτιμότατες για την αρτίωση του πολιτισμικής και ιστορικής μας ύπαρξης. Άθλος εκδοτικός, αν μάλιστα συλλογιστούμε την «εκτός εμπορίου» κυκλοφορία τους, ουσιαστική προσφορά στον τόπο μας εκ των ων ουκ άνευ. Δεκαέξι τόμοι γνώσης κι επίγνωσης, τρόπος εξόδου από την κοινοτική μας απόγνωση!!!

Η άξια συνέχεια των Επτανησιακών Φύλλων από τον ποιητή και μελετητή Διονύση Σέρρα πατά στέρεα στις γόνιμες και αξιοπρεπείς ιδιαιτερότητες του πρώτου διδάξαντος. Δυσεύρετα στοιχεία κατατίθενται. Άγνωστες πτυχές ξετυλίγονται. Νεότερες ματιές στα γεγονότα αποτυπώνονται, θεμελιωμένες πάντως στη σύγχρονη μεθοδολογία και στις επιτάσεις της επιστήμης. Ανοίγματα στη σύγχρονη επτανησιακή δημιουργία πραγματοποιούνται. Βήμα ή παρατηρητήριο παρέχεται στους αθεράπευτους (μα υγιείς) λάτρεις του χτες και του αύριο της φιλτάτης γενέτειρας. Με άλλα λόγια, επτά επιπλέον τόμοι επτανησιακού υλικού, κάμποσες δηλαδή χιλιάδες σελίδες αυτογνωσίας μας γεφυρώνουν δημιουργικά το μέγα «χάσμα πού άνοιξε ο σεισμός», ο κάθε είδους σεισμός της τελευταίας πεντηκονταετίας!!!

Με πολλή χαιρεκακία (τ’ ομολογώ!) ψηφίζω ανεπιφύλακτα Επτανησιακά Φύλλα, έναντι όλων των άλλων νάνων γεγονότων των τελευταίων πενήντα χρόνων μοναξιάς μας, που (ευτυχώς) δεν θα γράψει η Ιστορία!!!
π. Π.Ν.Κ.

Η παραμυθία των παραμυθιών

Τα σπίρτα που ενοτίσανε ξέρουνε την αλήθεια
ανάβω βράδυ κι αρχινάω γορδόνι παραμύθια.

Π.Κ.


Ο λόγος αναπόφευκτα καί πάλι για το Υπέρλογο, την προαιώνια, μυστική και αναπότρεπτη αυτή ροπή της ύπαρξης. Την κατάσταση δηλαδή εκείνη, κατά την οποία χειραγωγείται ο ανυποψίαστος κατευθείαν στην επικράτεια του Ονείρου, την οριστική και θάλλουσα , εννοώ, πατρίδα του καθενός μας. Εν' από τα οχήματα του ανθρώπινου λόγου προς τα εκεί - από τ' αρτιότερα κι ασφαλέστερα - είναι τα Π α ρ α μ ύ θ ι α. Ας μη θεωρήσουμε, ότι η καθαρόαιμη αυτή λαϊκή έκφραση αποτελεί τρόπο εξόδου μόνον από την αισθητή ή αδιόρατη φυλακή της καθημερινότητας. Πρώτα και κύρια συνιστά άριστη μέθοδο αγωγής πνευματικής υγείας και ταυτόχρονα παυσίλυπο, παυσίπονο, με καταλυτικά πάντως αποτελέσματα. Διότι, αν οτιδήποτε το ιδιαίτερα πολύπλοκο και αδιανόητο για μας, μπορεί εντούτοις στην περιοχή του παραμυθιού, με την υπέρβαση των λογικών συνόρων, να καταστεί προσβάσιμο, αν σε τελική ανάλυση "ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα", γιατί τότε να μην πασχίσουμε κι εμείς να τα εγκοσμιώσουμε όλ’ αυτά ως καθημερινή μας πρακτική; Μα δικαιότατα θ' αναρωτηθείτε, πώς είναι μπορετό τα ονειρικά και τα παραμυθένια να προτείνονται ως παυσίπονο ή ως σύγχρονος τρόπος ζωής, σε μιαν εποχή λανθάνουσας μα κυριαρχικής πνευματικής ατροφίας και αστοχίας, μέ δεδομένο μάλιστα τον καταιγισμό έως πλησμονής γνώσεων πανταχόθεν, τα μύρια όσα επιτεύγματα του διαδικτύου, τη σκληροκαρδία της παγκοσμιοποίησης; Σήμερα μάλιστα, που, μες από χίλια μύρια κύματα, ακόμη και το φερόμενο ως "ιδιωτικό όραμα" στην Τέχνη ξεθωριάζει ολοένα ή έχει ήδη αμαυρωθεί κατάφορα και η μοναχικότητα - κρυφός καημός του καθενός αγιάτρευτος - νοτίζει έως ασθένειας και θανάτου τo σύγχρονο άνθρωπο.


Η όλη αυτή θέση του προβληματισμού μας θέτει ταυτόχρονα "τον δάκτυλον επί τoν τύπoν των ήλων". Διότι, αν όλ' αυτά συμβαίνουν έτσι, τότε είναι αναγκαίο ο σύγχρονος άνθρωπος - επιστρέφοντας σιγά σιγά στην απωλεσμένη του αθωότητα - να π α ρ η γ ο ρ η θ ε ί επιτέλους, οπότε πια ευκολότερα θα ξεδιακρίνει το μίτο για τη διέξοδο απ΄ τον όλο αυτό λαβύρινθο.Το μέγα ζητούμενο της εποχής μας, δεν είναι να καταστείλουμε, ως νεόκοποι και όλως γραφικοί ομολογουμένως ΔονΚιχώτες, τα ολόγυρα και μέσα μας ούτως ή άλλως τεκταινόμενα, αλλά με σοφία και περίσκεψη να μ ε τ α μ ο ρ φ ώ σ ο υ μ ε - όσο περνάει απ' το χέρι μας - το νεώτερο κόσμο, με το ν' απαλύνουμε κατ' αρχήν την υπαρξιακή του ανεστιότητα, αμβλύνοντάς την έτσι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, πιστεύω, ότι οι αρχαιότερες και σοφότερες των δικών μας γενεές την π α ρ η γ ο ρ ί α την ονόμασαν "π α ρ α μ υ θ ί α". Γι' αυτό ακριβώς και εισηγούμαι την "π α ρ α μ υ θ ί α τ ω ν π α ρ α μ υ θ ι ώ ν". Διότι είμαι βαθύτατα πεπεισμένος, ότι η συχνότατα υπερρεαλιστική αισθητική τους, η ευλυγισία των διαλεκτικών τους υπερβάσεων, ο θρυμματισμός των χρονικών και τοπικών κατεστημένων, η καλολογική τους απλότητα και κατά συνέπειαν η αφοπλιστική αμεσότητά τους φέρουν αφ' εαυτών τη δυναμική της π α ρ η γ ο ρ ί α ς, η οποία εντέλει αυτή μ ε τ α μ ο ρ φ ώ ν ε ι τα πρόσωπα, τα είδη και τα πράγματα.


Είναι ανάγκη να επανέλθουμε στο πολίτευμα των παραμυθιών, το κατά πολύ αυθεντικότερο, αθωότερο και πιο τελεσφόρο απ' το δικό μας. Είναι ανάγκη να επανεύρουμε την πηγαία αισιοδοξία και τη δημιουργική έμπνευση της πρόωρα τραυματισμένης παιδικότητάς μας, με κάθε κόστος. Αποτελεί πια κοινό τόπο η διαπίστωση, ότι τα όποια πλάσματα της φαντασίας μας αποδεικνύονται ολοένα ειλικρινέστερα όλων των γνωστών - αγνώστων ρεαλιστικών, άνοστων κι ανέραστων συνήθως εξαμβλωμάτων της τρέχουσας πνιγηρής επικαιρότητας. Η εν γένει Τέχνη διαθέτει άλλωστε τη χαρακτηριστική ιδιότητα, να φυγαδεύει την ύπαρξη προς το ασφαλέστερο και τελειότερο, διασώζοντάς την. Αυτό ακριβώς κατορθώνουν και τα π α ρ α μ υ θ η τ ι κ ά Π α ρ α μ ύ θ ι α, τα οποία δεν έπαψε ποτέ να παράγει ως ανάγκη αναπνοής και να διηγείται ο λαός μας, σε ώρες μάλιστα άκρας τρυφερότητας, νοσταλγίας και θαλπωρής, στις πιο ιερές του ώρες δηλαδή. Διότι κ α ι τα Π α ρ α μ ύ θ ι α ε ί ν α ι Τ έ χ ν η. Τη μαεστρία και την ευαισθησία του αφοσιωμένου Τεχνουργού χρειάζονται κι αυτά για να εκφρασθούν, να νουθετήσουν, να νύξουν τις ευαισθησίες μας, στην δε διαυγή τους επικράτεια υποφώσκει Ποίηση, Ζωγραφική, Μουσική και κάθε άλλη παρόμοια ευγένεια. Κι ακόμη ευδοκιμούν εκεί μέσα η λεπταίσθητη σάτιρα, το σπαρταριστό έως δακρύων γέλιο, το άλλο δάκρυ εξάλλου απ' την ψυχή, ο στεναγμός απ' τα κατάβαθα για τα πάθη και τα λάθη, ο από μηχανής θεός παρών κι αυτός - για να δικαιώνουν έτσι την αρχαία συγγένεια και καταγωγή τους-, το άφθιτο φως του Αγαθού καταστέλλοντας αέναα το πρόσκαιρο σκοτάδι, η Ύβρις και η Νέμεσις κι αυτές παρούσες οπωσδήποτε, οι κοινωνικές διαπλοκές σε απρόσμενη συνύπαρξη και ισορροπία, τα μέχρι τότε Μέγιστα σμικρυνόμενα τώρα και τα Μικρά ν' αποθεώνονται... Και πάει λέγοντας...


Τι χάρη και χαρά, να εμπιστευόμαστε τούς γλυκύτατους και πολυφίλητους ήρωες των Παραμυθιών! Τι εξαίρετο προνόμιο για τούτο το "αλωνάκι", που το λένε Ζάκυνθο, να έχει πλουτισθεί με τέτοιο πρωτογενές λαογραφικό υλικό, με τόσες και τέτοιες παρηγοριές! Να γνωρίζει δηλαδή ο καθένας, ότι, εάν έρθει κάποτε καιρός, που όλοι κι όλα τον εγκαταλείψουν, μπορεί να καταφεύγει εκεί στις ώρες του λυγμού, για ν' αποθέτει το φορτίο των κάθε λογής παθών του, ανταλλάσσοντάς το με την άφατη τέρψη της παραμυθένιας αλήθειας ή, αν προτιμάτε, του αληθινού παραμυθιού, του πιθανού απίθανου και του αλλιώτικα ωραίου, εκεί όπου ανέκαθεν διαδραματίζεται η ανθρώπινη σχοινοβασία.

[Πρόλογος π.Π.Κ. από τα "ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ", εκδ. Θεάτρου Αβούρη, Αθήνα 2000,τ. 3, 7-10]

Πέμπτη 17 Μαΐου 2007

Ποίηση που απομένει. Έντεκα χρόνια μετά Ελύτην (1996-2007)


Μικρό αφιέρωμα του π. Π. Κ.

Πώς πέρασαν ήδη έντεκα χρόνια… Ούτε ένα, μήτε πέντε… Έντεκα χρόνων ημέρες, δίχως την κρίση και την κριτική του… Δίχως τον γοητευτικό του ήσκιο και τον πολύχυμο λόγο του... Περνά ο καιρός και μαζί του όλοι μας. Περνούν οι φωνές και αποσιωπάται ο Χρόνος, καθώς και ο ίδιος φθίνει αναγεννώμενος.
Πόσοι από τους νεότερους γνωρίζουν πια τον Ελύτη; Πόσοι γνοιάζονται για την ύπαρξή του, για τους ποιητές γενικότερα, για ό,τι το πνευματικό και μη υλοπρεπές; Ο κόσμος έχει τα μύρια όσα προβλήματά του. Τους ποιητές θα σκέφτεται; Μαστίζεται ολοένα απ’ τον αγώνα τής καθημερινότητας και την αγωνία (έως βουλιμία) του δούναι και λαβείν για επιβίωση. Τον Ελύτη θα συλλογάται; Πού πια καιρός για τέτοιες «ελίτ» καταστάσεις…
Πώς, λοιπόν, να τον μνημονεύσεις μετά από τόσα χρόνια; Πώς να τον κρατήσεις ζωηρό κοντά μας, σ’ έναν τόσο άφιλο καιρό, σ’ έναν τόπο ιδιαζόντως και κατ’ εξακολούθησιν επίφοβο;
Προτείνω να εισοδεύσουμε πάλι και πάλι στον Λόγο του, έτσι που ν’ αδράξουμε όση παρηγοριά μπορέσουμε. Μνημονεύοντας Οδυσσέα Ελύτη αποκτάμε (αν το επιδιώξουμε) τη βεβαιότητα, ότι μεταλαμβάνουμε των μυστηρίων της Ζωής και του Θανάτου απ’ αρχής και μέχρι των εσχάτων, κοινωνούμε όλων των παθών του Ελληνισμού μας και ταυτόχρονα όλων των οραμάτων της δημόσιας ανθρωπότητάς μας. Ο δικός του λόγος λυτρώνει όντως αναστάσιμα, απεγκλωβίζοντας τη λογική και την ψυχή μας από τα ορθολογιστικά μέτρα και σταθμά τους. Ο λόγος του προέχει και υπερέχει. Δέκα χρόνια μετά, αποσπάσματα καίρια δικού του νυκτικού λόγου από δέκα διαφορετικά ποιητικά του βιβλία σταχυολογούμε παρακάτω, χάριν των αναγνωστών μας. Και ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω!

1

Κατάστηθα στο ρεύμα
Ψάρι που ψάχνει διαύγεια σ’ άλλο κλίμα
Χέρι που δεν πιστεύει τίποτε

Δεν είμαι σήμερα όπως χτες
Οι ανεμοδείχτες μ’ έμαθαν να νιώθω
Λιώνω τις νύχτες τις χαρές γυρίζω απ’ την ανάποδη
Σκορπάω τη λήθη ανοίγοντας έναν περιστερεώνα
Φεύγοντας απ’ την πίσω πόρτα τ’ ουρανού
Χωρίς μιλιά στο βλέμμα
Καθώς παιδί που κρύβει ένα γαρίφαλο
Μες στα μαλλιά του.

(από τη συλλογή «ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ»)

2

[…]
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελτζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
[…]


(από «TO ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»)

3

Θάρρος: ο ουρανός αυτός είναι
Και τα πουλιά του εμείς
όσοι άλλου δε μοιάζουμε
[…]

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας […]


(από «TO ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ»)

4

Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα
κι είναι στη μυρωδιά της μέσα που το ψάρι αστράφτει
μάταια μην ψάχνεις

Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα.

[…]
Έννοια σου κι απ’ αυτά που σου αφαιρεί
σου προσθέτει ο πόνος Άνθρωπε
Ψυχοσυντήρητε
που καυχησιολογείς

Όσο θες πολέμα
δεν έχει φτέρνες η Τελειότητα

Κι είναι ανάγκη να πάμε μπροστά
να γεμίσουμε όλα τα Κενά
εάν όχι και ν’ αυτοκαταστραφούμε αντλώντας δύναμη από τα περασμένα.
Ένας καιρός θα ‘ρθεί να κελαηδήσουμε όρθιοι
και στην ομορφιά γενναίοι.
Αργά-γρήγορα
τα πουλιά θα μας εξημερώσουν
[…]

(από την «ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ»)

5

Τι θα γίνει λοιπόν όταν
κάποτε λήξουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν οι εφευρέσεις
αυτοαχρηστευθούν τα αιτήματα όλα ικανοποιηθούν

κενό

που μέσα του θα πέσουν (και καλώς να πέσουν)
όσοι γυρίζουν τον τροχό για τον Τροχό

θάμβος

οι άλλοι εμείς
θ’ αρχινίσουμε να ζούμε μυημένοι στα σανσκριτικά του σώματος
ουσιαστικά και μεταφορικά μιλώντας
[…]

(από τα «ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ»)

6

Βρήκα μια μικρή εκκλησιά όλο τρεχούμενα νερά και την κρέμασα στον τοίχο. Τα μανουάλια της είναι πήλινα και μοιάζουν με τα δάχτυλά μου όταν γράφω. Από το πώς αστράφτουν τα τζάμια καταλαβαίνω αν πέρασε άγγελος. Και συχνά κάθομαι τ’ απογέματα έξω στο πεζούλι και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες όπως το γεράνι.

[…]

Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.


(από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ»)

7

Ότι μπόρεσα ν’ αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μού 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.
[…]

Τριποδίσματα ωραίων αλόγων θα με βοηθήσουν
Να πω την προσευχή μου πριν να κοιμηθώ
Στην ψάθα -όπως γεννήθηκα- με λίγες πιτσιλάδες
Ήλιου στο μέτωπο και την αρχαία καρδιά
Που ξέρει όλον τον Όμηρο γι’ αυτό και αντέχει ακόμη
[…]


(από τη συλλογή «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ»)

8

[…]
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος
[…]


(από «ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ»)

9

[…]
Όλα περνάνε μείον το βάρος της ψυχής. Πού και με τι τρόπο
Τόπο να του αλλάξεις γίνεται. Κι όπως τον τρυφερό τους τράχηλο
Ελαφρά μόλις δαγκάνοντας τα νεογνά της ευκίνητη γαλή
Από ένα σ’ άλλο σπίτι απάγει˙ έτσι κι εγώ με τα μωρουδιακά
της λύπης μου σε
Τόπων άγνωστα μικρά ή μεγάλα καταφύγια προστρέχω
Κι αυτοκυνηγιέμαι από φοβερές κραυγές φονευομένων κλαγγές όπλων
Αθέατων απ’ τους θνητούς σιγανά κλάματα κόρης που ο κλήρος δεν της έλαχε ο επιθυμητός
Σ’ όλες τις γλώσσες το αδύνατον διαρκεί
[…]

Κοιμάται πιο βαθιά κείνος που έχει περιβραχεί απ’ την Ιστορία
Μπρος μ’ ένα σπίρτο ας την ανάψεις σαν οινόπνευμα
Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να τη φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.


(από τα «ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ»)

10

[…]

Κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξαναβρεί τον προσεχή του Ιούλιο.

[…]

Από παιδιά και μόνον φτιάχνεις Ιεροσόλυμα.


[…]

Το νερό της ομοιότητας δεν άλλαξε, ούτε το δέρμα της ηλικίας. Ο Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά τ’ άλλα, πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.

Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά, που να μη ματώνει ποτέ η ευλάβεια.

[…]

Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη. Γι’ αυτό βλέπεις να καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες, χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά.

[…]

Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας, επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια.

[…]

Η ίδρυση της προσωπικής σου πρεσβείας πλησίον των αλλοεθνών πουλιών θα συντελούσε στη διεθνή συνεννόηση. Όχι τόσο μέσω των κρωγμών όσο μέσω των σκιρτημάτων, που η έλλειψή τους στις ημέρες μας δημιουργεί τον κίνδυνο αληθινού λιμού.

Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα.


(από το «ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ»)

Νύξεις για την ποίηση των ιερέων

[Ομιλία π. Παναγιώτη Καποδίστρια στην Πάτρα, 14 Ιανουαρίου 2007]

Ο Χέλντερλιν στον «Υπερίωνα» αναφέρει, ότι «Το πρώτο παιδί της θεϊκής ομορφιάς είναι η τέχνη (…) Η δεύτερη κόρη της ομορφιάς είναι η θρησκεία. Η θρησκεία είναι η αγάπη της ομορφιάς». Επιτρέψατέ μου όμως εδώ, ν’ αντικαταστήσω τη λέξη «θρησκεία» με τίς λέξεις «Αποκάλυψη του Θεού», διότι η Ορθοδοξία είναι κυρίως Εκκλησία Αποκάλυψης. Με αυτή την έννοια, η Ποίηση, ως αποκάλυψη μυστικών ενδόψυχων διεργασιών, απροσδιόριστων ή ακατάληπτων συχνά πραγματικοτήτων, έχει αγαπητική συνάφεια με την άκρως ποιητική θεϊκή Αποκάλυψη, η οποία κατά τρόπο μυστηριακό εγκοσμιώνει τα ουράνια κι ενανθρωπίζει τα μη Γνωστά θεία.

Η Ποίηση και η Θρησκεία (εν προκειμένω η Ορθοδοξία) ουδέποτε συγκρούονται. Κι αν κάποιοι κάποτε υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, δεν θα έχουν προφανώς αξιωθεί να εισέλθουν ποτέ στην ψίχα των πραγμάτων. Θεμελιώδης αρχή ή, αν θέλετε, κοινός παρονομαστής Ποίησης και Ορθοδοξίας είναι -πιστεύω- η άσκηση στην αυθεντικότητα και κατά συνέπειαν η αλλαγή-μεταβολή της νοοτροπίας προς το καλύτερο, ανώτερο και αγιότερο, με μια λέξη θεολογική: η Μετάνοια. Ασκούμενοι, λοιπόν, και οι μεν και οι δε προς τούτο, καθετί κίβδηλο κι επίπλαστο και εδω και εκεί δεν δύναται ν’ ανεύρει θερμοκρασία επώασης.
Οι ορθόδοξοι ιερείς ποιητές, απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, είμαστε είδος εν ανεπαρκεία, μετρημένοι μάλιστα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κι εννοώ, εκείνους που έχουν κάτι ουσιώδες και νεωτερικό να πουν μέσ’ από την πυκνότητα του λόγου και την απολυτότητα της έκφρασης, που χαρακτηρίζει τον ελεύθερο στίχο.

Η διοικούσα Εκκλησία μάλλον δεν μας γνωρίζει. Ίσως, διότι η ενασχόληση με τη σύγχρονη εκδοχή της Ποιητικής Τέχνης θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση, από παραγέμισμα του ελεύθερου χρόνου κάποιων λογίων ρασοφόρων, έως αγαθή (με την κακή όμως έννοια) παρέκκλιση από τα «ισορροπημένα» γνωστά μας, αλλά κάποτε και έκφανση διαταραγμένων (τουλάχιστον) προσωπικοτήτων, που αποβλέπουν στο περιθώριο μάλλον, παρά στο επίκεντρο της όλης κοινωνικής δραστηριότητας. Σε προσωπικό επίπεδο, ευτυχώς ποτέ δεν συνάντησα κώλυμα στην άσκηση του Λόγου από τους άμεσα προϊσταμένους μου, η δε αντιμετώπιση της περίπτωσής μου κυμαινόταν από την ανοχή έως την επιβράβευση. Όσον αφορά στους συν-αδελφούς Κληρικούς, από την κακότητα έως και την θαυμαστική άγνοια. Καμιά όμως στάση του όποιου περίγυρου (θετική, ανεκτική ή αρνητική) δεν θα μπορούσε να καθυποτάξει ή ν’ αναστείλει τις ορμές των εσώψυχων διεργασιών, που συνήθως επείγονται να εξωτερικευτούν.
Παρεμπιπτόντως και για του λόγου το ασφαλές, ανασύρω από το Αρχείο μου μια επιστολή του 1995 ενός σεβάσμιου -για τον πολύ κόσμο- ιεροκήρυκα, απαντητική στα (με άκρως ευγενική αφιέρωση σταλμένα προς εκείνον) δειλά μου ποιήματα και άκρως ενδεικτική όσων μέχρι τώρα ισχυρίζομαι, όπου εμφατικά και από καθέδρας μού γράφει:
«Σας επιστρέφω την ποιητική σας συγγραφή, γιατί εγώ δεν ασχολούμαι ούτε με την αμπελοφιλοσοφία, ούτε με την θεολογία την νεκρή του γραφείου, θεωρώ άλλωστε το χαρτί πολυτιμότερο και αξιότερο των γραμμάτων σου. Τελεία και παύλα στα ανούσια γραπτά σου προς εμέ. »

Γράφοντας Ποίηση, αναπνέουμε, αγαπητοί μου. Αναζωογονούμαστε. Φορτίζουμε την ύπαρξή μας με νέες αντοχές ενόψει σκότους διαρκούς. Και, ταυτόχρονα, «εκδικούμαστε» κι ας μου επιτραπεί παρακαλώ η λέξη. Διότι η Ποίηση, μπορεί να είναι «αγία», κατά τον Ελύτη, αλλά είναι και αμείλικτη. Δεν της αρέσουν οι α-ταξίες, μήτε να χρωστά. Μέσ’ από τις παράδοξες για τον πολύ κόσμο- συμπεριφορές της τακτοποιεί τα πράγματα, αποδίδοντας στον κατάλληλο καιρό τα όσα οφειλόμενα στον καθένα, στον οποιοδήποτε, όσο ψηλά κι αν στέκεται, κάποτε μάλιστα με λόγο σατιρικό, που σημαίνει βαθύτατα πικρό και λυπημένο. Υψώνει λόγον ανδρείο, προφητικό έως αντιστασιακό ενώπιον δυνατών και δυναστών του εφήμερου καιρού και τόπου μας, προσδίδοντας έτσι προοπτική αιωνιότητας στη φθαρτότητα, που ήδη μάς έχει επικίνδυνα οξειδώσει.
Βεβαίως, η «μητέρα των μαχών» μας δεν είναι αυτή που αντιμετωπίζει τα κακώς έχοντα του τριγύρω λαβύρινθου, αλλά κυρίως εκείνη, πού τα βάζει ευθέως με τη εσωτερική του καθενός μας άβυσσο. Πασχίζουμε, ή μάλλον πρέπει να πασχίζουμε πρωτίστως οι ποιητεύοντες (και μάλιστα οι ιερωμένοι δημιουργοί), να μετατοπίσουμε οριστικά και αναστάσιμα τον μέσα μας λίθο-ογκόλιθο, ο οποίος συνήθως είναι «μέγας σφόδρα».
Διαθέτοντας τέτοιες ανησυχίες και προοπτικές, η σύγχρονη κληρική-ιερατική Ποίηση δεν μπορεί, παρά να συγγενεύει εξ αίματος με την εκκλησιαστική πίστη και την ασκητική της πνευματικότητα. Η ποιητική γραφή μας (και το υπογραμμίζω αυτό) είναι η φυσική συνέχεια και προέκταση των ιερών δρώμενων της λειτουργικής μας ζωής, η άλλη όψη του αυτού νομίσματος, το άλλο πρόσωπο της νοσταλγίας του απωλεσμένου παραδείσου. Υπό αυτό το πρίσμα, ο λόγος μας συνεχίζει να είναι μυστική δοξολογία του Θείου, διάλογος ακατάπαυστος μαζί Του, θέαση εντέλει των Αθεάτων.

Μιλάμε πάντα για λόγον αλογόκριτο, γραφή «τζάμι», όπως θα εκφράζονταν τα παιδιά μας. Που σημαίνει, ότι δεν υπάρχουν (όπως θα νόμιζαν ή θ’ απαιτούσαν κάποιοι κοντόφθαλμοι ευσεβοφανείς) θέματα ταμπού για τον Ιερέα-Ποιητή. Στοιχούμενος, όσο τού είναι κατορθωτό, με τον κατεξοχήν Ποιητή των όντων Θεό, ο Οποίος καθ’ όλη την επίγεια παρουσία του ουδέποτε υπήρξε υποκριτής ή σεμνότυφος (το αντίθετο μάλιστα), μιλά ευθαρσώς για την κάθε φανέρωση, το κάθε άνοιγμα της ανθρώπινης ψυχής, διότι το Ιερό αφορά στον Όλον Άνθρωπο και μάλιστα στην κατάσταση της πτώσης του, της διαρκούσης χοϊκότητάς του ή και στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να υπερβεί τη μικρότητα, τη λιγοσύνη, τον παλαιό του εαυτό.

Η κληρονομιά της Βυζαντινής Ποίησης των δέκα πρώτων μετά Χριστόν αιώνων βαραίνει πολύ στους ώμους μας και -θέλουμε δε θέλουμε- μας χαρακτηρίζει. Πρόκειται για την καταγωγή των τοπίων μας, την ασίγαστη νοσταλγία μιας γλώσσας πάμφωνης και πολύφωτης, που δεν δικαιούμαστε να παραθεωρούμε, διότι πρόκειται περί θησαυρού ανεκτίμητου. Ως Κληρικοί, μέσ’ από την καθ’ ημέραν συναναστροφή μας με τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Ανδρέα Κρήτης, τον Στέφανο τον Αγιοπολίτη, τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, την γλυκύτατη Κασσιανή, τον Λέοντα τον Σοφό κι έν’ αξιοθαύμαστο πλήθος αγίων της Ποίησης (αντιποίησης κάθε εκδοχής κατεστημένου, έτσι κι αλλιώς) πατάμε -πιστεύω- γερά στη βαρύτιμη αυτή Ορθόδοξη Παράδοση κι επιχειρούμε ύστερα, με την ασφάλεια στέρεων θεμελίων πια, νεότερες ολοένα πτήσεις προς την Ποίηση του σήμερα και του αύριο.

Προσωπικά μιλώντας, δεν είχα ποτέ ενδοιασμό να δοκιμάζω την αρχιτεκτονική της γραφής μου συγχρόνως στην Ποίηση των «Κανόνων», που έλκουν την καταγωγή απ’ τον βυζαντινό 8ο αιώνα, στην όλο πυκνή λιτότητα ιαπωνική Ποίηση Haiku, αλλά και στον ελληνοπρεπέστατο δεκαπεντασύλλαβο των δημοτικών μας τραγουδιών. Επιθυμώ με τούτο να υπογραμμίσω, ότι στην ασύνορη και παγκόσμια Ποιητική Τέχνη των αρχών του 21ου αιώνα, όλες οι εκδοχές της δύνανται να συνυπάρχουν αρμονικότατα, αλληλοπεριχωρούμενες γόνιμα και δημιουργικά.

Αγαπητοί Φίλοι,
οι ευγενικοί διοργανωτές της αποψινής τιμητικής για μάς φιλολογικής συνάντησης, προς τους οποίους οφείλουμε χάριτες πολλές, προέταξαν στο καλαίσθητο Πρόγραμμα που κρατάτε στα χέρια σας ένα ευστοχότατο λόγιο του Οδυσσέα Ελύτη από τα «2Χ7 ε». Επιτρέψατέ μου, κλείνοντας τις νύξεις μου, να το πάρω και ν’ αναγνώσω τη συνέχειά του, διότι θεωρώ, ότι λέει πολλά:

«Όπου υπάρχει ποίηση, εκεί κι ο Θεός. Την ομορφιά εστιάζει. Επιτυγχάνει να συμβούν η αγαλλίαση κι ο τρόμος, η θλίψη και η ηδονή, η αδιάκοπη μεταβολή και η αιωνιότητα.
Η ποίηση αφαιρεί απ’ τα πράγματα το πέπλο της συνήθειας˙ καθιστά ορατή την αθέατη όψη του κόσμου˙ χάρη στην επικράτειά της συνενώνονται όλα τ’ ασυμβίβαστα.
Καθετί που μέσα στο φως της κινείται, ενσαρκώνει το πνεύμα που η ίδια εμπνέει. μ’ ένα είδος αλχημείας, μετατρέπει σε πόσιμο χρυσό τα δηλητηριώδη νερά που ρέουν από το θάνατο στη ζωή. Γιατί ο σκοπός της είναι η κρυμμένη ομορφιά, μ’ άλλα λόγια η απώτερη ουσία του κόσμου.»

ΟΧΙ στο ρεύμα του Χαμού


Έχουμε πλέον καταντήσει γραφικοί και προβλέψιμοι, όλοι εμείς που δεν επαναπαυόμαστε ή βολευόμαστε σε μια Ζάκυνθο διαρκώς υλοκρατούμενη και ολοένα διαπλεκόμενη. Η όλη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει και κινείται το νησί μας είναι δυσώδης και ήδη ασφυκτικότατη, αλλά -καθώς αποδεικνύεται στην καθημερινή πρακτική- έτσι ακριβώς τώρα πια την… βρίσκουμε καί… «ότινος αρέσουμε», που θάλεγε (νεομαγκίστικα) σύγχρονος πολιτικός ψευδομεσσίας τού «πάντοτε ευκολοπίστευτου και πάντα προδομένου» τόπου μας.

Το Τζάντε μας -δυστυχώς- δεν έχει πια μέλλον ποιοτικό και συγχωρήστε μου, παρακαλώ, την άκρα μου απαισιοδοξία. Μα πώς να αισιοδοξείς, ακούγοντας από πλείστους όσους επίφοβους πολιτικάντηδες των ημερών μας άλογο λόγο, υποκριτικές μεγαλοστομίες ή θορυβώδεις κουφότητες υποσχέσεων; Πώς να ελπίσεις σ’ ένα φωτεινότερο αύριο, όταν ο κάθε εξυπνάκιας Τυχόντας, μη επαναπαυόμενος στο νεοζακυνθινό τρίπτυχο ερωμένη, τζιπ και σύζυγο ή κατ’ άλλους μαμ, ναν και κλαν, ξεπουλά τόσο ξεδιάντροπα και απροκάλυπτα την ψυχή του (μαζί με την ψήφο του) ώστε να επιπλεύσει εφήμερα -ο άφρονας- με μόνη του μέριμνα ή και βουλιμία να κονομήσει όλο και περισσότερα και περισσότερα και περισσότερα; Έλεος πια… Δεν χορτάσατε ακόμη; Αν για σας δεν υπάρχει Θεός ώστε να τον φοβάσθε, συλλογισθείτε τουλάχιστον ότι έχετε ημερομηνία λήξεως συγκεκριμένη και αναπόφευκτη…


Κατά συνέπειαν και υπό αυτά τα σκιώδη δεδομένα, δεν αισιοδοξώ, μήτε καθόλου ελπίζω σε καλυτέρευση και αναστροφή του μόνιμου νοτιά που μάς έχει εξουθενώσει έως σαπίλας. Με πολύ θυμό και άλλη τόση απογοήτευση, αποβλέπω μονάχα στην ιδιωτική μου διάσωση, μαζί με όσους αγαπώ και υπολογίζω, κατά το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Οι δε σκέψεις, που κατατίθενται σε τούτο το μικρό οργισμένο σημείωμα, αποτυπώνονται μόνο και μόνο για τον ιστορικό τού μέλλοντος, τού όποιου μας μέλλοντος: Για να φανεί κάποτε, ότι κάποιοι ελάχιστοι, με τον δικό μας αιρετικό ή και αδιέξοδο συχνά τρόπο, αντισταθήκαμε στο ρεύμα του Χαμού, επιμένοντας ξανά και ξανά. Καί… «ότινος αρέσουμε»!!!


π. Π.Ν.Κ.

Η ταφόπλακα του ζακυνθινού πολιτισμού







Γράφει οργισμένα (όσο δεν παίρνει άλλο) ο π.Π.N.Κ.


[Το κείμενο αυτό, βραχύ χρονικό μιας μεγάλης και απερίγραπτης Καταστροφής που έπληξε τον Πολιτισμό της σύγχρονης Ζακύνθου, πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ, 12.12.2005, φ. 2704, σ.11]

Εδώ, λοιπόν, τελειώσαμε... Κατά το καπνισμένο μεσημέρι τής 8ης Δεκεμβρίου 2005... Όχι τότε, στον σεισμό του ’53. Ο Ναός της Αγίας Μαύρας ήταν η συμπερίληψη του προγονικού μας μεγαλείου, η κιβωτός της υγιούς αυτοσυνειδησίας μας, ό,τι δεν είχε αλώσει η απαισιότητα και η δυσοσμία της σύγχρονης υπο-παρα-κουλτούρας και της σκληροκαρδίας των Νεοζακυνθίων. 


Ο χρυσάργυρος Ναός ανήκει πια στο παρελθόν, δίχως καμιάν ελπίδα ανά(σ)τασης. Μαζί του απονεκρώθηκαν όλα τα θαμπά όνειρά μας για διόρθωση όσων στραβών και ανάποδων τσιμεντοποιούν τριγύρω μας τις συνειδήσεις και τις όποιες ευαισθησίες. 


Έχει γραφεί, ότι «χειρότερο από το μίσος είναι η αδιαφορία» και στην περίπτωση της Αγίας Μαύρας ίσχυσε η άποψη αυτή περίτρανα. Διότι ο περικαλλέστατος αυτός Ναός, βρέθηκε να στέκει ολόρθος και μεγαλοπρεπής ανάμεσα σε λάθος ανθρώπους, αδιάφορους ωχαδελφιστές, τραγικούς υπονομευτές και δεν άντεξε τελικά κάτω απ’ το βάρος της περιρρέουσας βρομιάς. 


Αν ισχύει το ευαγγελικό, ότι η πίστη μπορεί να μετακινήσει βουνά, τότε και η βάρβαρη αδιαφορία μας μπορεί ευκολότατα να κατακάψει έναν Πολιτισμό, ο οποίος, ασθμαίνοντας, λόγω των καυσαερίων της τριγύρω κακότητας, πασχίζει να κρατηθεί ζωντανός, αδιέξοδα ωστόσο. Αν είχε φωνή ο Ναός θ’ ανέκραζε: «Μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην (...) επί τα τέκνα υμών» (Λκ 23,28), ενώ ο όχλος, όπως το συνηθίζει άλλωστε, πωρωμένος και βαθιά νυχτωμένος, θα βοούσε: «Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Μτ 27,25).-

Ζακυνθινή παρουσία στο 26ο Συμπόσιο Ποίησης της Πάτρας

Πραγματοποιήθηκε με ικανοποιητική επιτυχία για 26η συνεχή χρονιά, από 29 Ιουνίου έως 2 Ιουλίου, το ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ της Πάτρας, στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών, με θέμα «Ποίηση και Έρωτας». Το Συμπόσιο αποτελεί πια έναν κορυφαίο θεσμό στο χώρο των Ελληνικών Γραμμάτων, μοναδικό στο είδος του, τον οποίο τιμούν με την παρουσία τους Ποιητές και θεωρητικοί της Ποίησης από την Ελλάδα και σημαίνοντες νεοελληνιστές από το εξωτερικό. Ανάμεσα στις πολλές ενδιαφέρουσες φετινές παρουσίες, αξίζει ν’ αναφέρουμε τη Λύντια Στεφάνου, την Έρη Σταυροπούλου, την Έρση Σωτηροπούλου, τον Γιώργο Βέλτσο, τον Κώστα Στεργιόπουλο, τον Massimo Peri, τον Ανδρέα Μπελεζίνη και πολλούς άλλους.

Το φετινό 26ο Συμπόσιο είχε σχέση και με το νησί μας, το οποίο μάλιστα εκπροσώπησε ο ποιητής π. Παναγιώτης Καποδίστριας. Στο πλαίσιο των εργασιών του, μάλιστα δε κατά την εναρκτήρια πανηγυρική Συνεδρία, το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουνίου, παρουσιάστηκαν δυο πολύ ενδιαφέρουσες ποιητικές Ανθολογίες, οι οποίες είτε μάς αγγίζουν, είτε μάς αφορούν ως πνευματική Ζάκυνθο.

Α) Η πρώτη φέρει τον τίτλο «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕ΄ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ» (από τις Εκδόσεις «περί τεχνών», με επιμέλεια των Δημήτρη Κατσαγάνη, Κώστα Κρεμμύδα και Ξένιας Σκαρτσή, σσ. 120). Περιέχει, όπως υπονοεί ο τίτλος, τα βραβευμένα ποιήματα, με τα οποία Έλληνες ποιητές απ’ όλο τον κόσμο έλαβαν μέρος πέρυσι στον Διαγωνισμό του Συμποσίου, ο οποίος διοργανώθηκε με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός τέταρτου του αιώνα του εν λόγω θεσμού. Στον Τόμο αυτόν, ανάμεσα στις πενήντα τρεις ποιητικές φωνές απ’ την Ελλάδα και την Κύπρο, ανθολογούνται τρεις δικοί μας ποιητές: α) Η Αθηνά Βλαχιώτη, με τα ποιήματα «Η γυναίκα», «Η πολιορκία» και «Άσκηση», β) ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας με τα ποιήματα «Μορφασμοί Ι, ΙΙ» και «Ένα το κρατούμενο» και γ) ο Διονύσης Σέρρας, με το ποίημα
«Προσκύνημα».

Ο παριστάμενος π. Καποδίστριας διάβασε στο ακροατήριο τα πιο πάνω ποιήματά του.

Β) Η δεύτερη έχει τίτλο «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (1950-2006)» (από τις Εκδόσεις «περί τεχνών», με επιμέλεια του ποιητή και ψυχής όλων των Συμποσίων Σωκράτη Λ. Σκαρτσή). Την ανθολόγηση έκαμαν: Ο Διονύσης Σέρρας (για τη Ζάκυνθο), ο Τηλέμαχος Καραβίας (για την Ιθάκη), ο Δημήτρης Κονιδάρης (για την Κέρκυρα), ο Γεώργιος Μοσχόπουλος (για την Κεφαλονιά), ο Γιώργος Κεντρωτής (για τα Κύθηρα), ο Ξενοφών Βερύκιος (για τη Λευκάδα) και ο Σπύρος Μπογδάνος (για τους Παξούς). Πρόκειται για έναν Τόμο 416 σελίδων, μες από τον οποίον παρελαύνουν οι αξιολογότεροι δημιουργοί Επτανησιακής Ποίησης της τελευταίας πεντηκονταετίας. Αποτελεί πράγματι απόκτημα για κάθε ιόνια (τουλάχιστον) βιβλιοθήκη, διότι εκεί μέσα αποτυπώνονται οι κυριότερες φωνές και οι αντιπροσωπευτικότερες τάσεις του ιδιάζοντος πολιτισμικού μας χώρου, εντός του οποίου έζησαν κι έδρασαν, καταλυτικά για την παγκόσμια Γραμματεία, πνεύματα κορυφαία και πρωτοποριακά: ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Φώσκολος και άλλοι σημαντικοί.


Την παρουσίαση της ζακυνθινής παραγωγής στον Τόμο έκαμε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ο οποίος αναφέρθηκε στους τριάντα τρεις ανθολογούμενους Ποιητές του νησιού μας, τονίζοντας μ’ έμφαση την παρηγορητική πραγματικότητα, ότι -ευτυχώς, και παρά τις πολυποίκιλες δυσχέρειες της εποχής- υπάρχει γόνιμη ποιητική συνέχεια στον τόπο μας. Ύστερα διάβασε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα, που κατά τη γνώμη του, μαρτυρούν ποιοτική νεοτερικότητα, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την ολοφάνερη πια διάσταση ανάμεσα στις δυο σύγχρονες Ζακύνθους: Στην αμετανόητα πνευματική και στην ολοένα τουριστόπληκτη. 


Όσοι άνθρωποι των Γραμμάτων παρευρέθηκαν στην πολύ καλή αυτή στιγμή της Ζακυνθινής Ποίησης έδειξαν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με όσα ο π. Π. Κ. ανέφερε, ενδιαφέρθηκαν μάλιστα να πληροφορηθούν περισσότερα για την ποιητική παραγωγή του νησιού μας. Αυτό δείχνει, ότι οι παραπάνω δυο νέες Ανθολογίες άρχισαν ήδη να πετυχαίνουν το σκοπό τους, να δικτυώσουν δηλαδή την ποιητική μας δημιουργία οπουδήποτε στον Κόσμο. Και τούτο αποτελεί μια κάποια κατάκτηση, με δεδομένη την πνευματική μειονεξία της σύγχρονης εποχής.
Στ. Κ.

Η Τέχνη υπερβαίνει τη μετριότητα και το δήθεν, ενώ η Ζάκυνθος, νεότερη Ιερουσαλήμ, αποκτείνει τους προφήτες της



Συνέντευξη Π. Κ. στη Ντιάνα Χαϊκάλη
[Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ, Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2005, φ. 2505, σ. 8-10]

Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, η οποία χρήζει ειδικής μελέτης, λόγω της πολυσχιδούς προσωπικότητας και του πολυτάλαντου χαρακτήρα του. Ο Θεός υπήρξε μαζί του απλόχερος και του χάρισε το μαγικό δώρο της έμπνευσης, της αγάπης για τα Γράμματα, αλλά και κάθε τι πνευματικό.Αυτό το δώρο έγινε στίχος, μελέτες, δοκίμια, πνευματική αναζήτηση, θεολογικός προβληματισμός και λαογραφία. Η πένα στα χέρια του απέκτησε φτερά, με αποτέλεσμα η δημιουργικότητά του και η μαεστρία στη χρήση της ελληνικής γλώσσας να τον καταστήσουν ως έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης Ζακύνθου και όχι μόνο, δεδομένου ότι έχει τιμηθεί με το βραβείο ποίησης «Haiku» της Ιαπωνικής Πρεσβείας, με δύο Διεθνή Πρώτα Βραβεία Ποίησης «Delia» του Πανεπιστημίου UTE – TEL Bovesia της Ιταλίας και πρόσφατα με το βραβείο «Ματράγκα» της Ακαδημίας Αθηνών.Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας μιλά στην «Η.τ.Ζ.» για το έργο του, την πνευματική Ζάκυνθο, τις «μεγαλοστομίες» του νησιού μας και τη σύγχρονη zακυνθινή ποίηση, επισημαίνοντας ότι δεν υποστηρίζεται από τους νεόπλουτους και ωχαδελφιστές συμπολίτες μας ο ουσιώδης και δημιουργικός πολιτισμός, τονίζοντας, παράλληλα, με έμφαση ότι «η Τέχνη υπερβαίνει τη μετριότητα και το δήθεν»!


Ποια η αξία και η σημασία της πρόσφατης βράβευσής σας από την Ακαδημία Αθηνών για το βιβλίο σας «Της αγάπης μέγας χορηγός»;

Μια βράβευση προκαλεί πάντα αισθήματα χαράς, όχι τόσο γι’ αυτό καθεαυτό το γεγονός, αλλά επειδή έτσι αποκτάμε την παρηγορητική επιβεβαίωση, ότι η προσωπική μας δημιουργία, τα εσώψυχα γεννήματά μας βρήκαν επιτέλους κάποιους αποδέκτες, «ώτα ευήκοα», ψυχές ν’ ακουμπήσουν και να κλίνουν την κεφαλή. Επί της συγκεκριμένης βράβευσης, έχω την πεποίθηση, ότι αντικατοπτρίζει σ’ ένα μέγα πλήθος πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι ζουν και δημιουργούν στη σύγχρονη Ζάκυνθο και πλάι τους ενηλικιώθηκα πνευματικά.

Ποια θέματα σας εμπνέουν;

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα θέματα. Ή μάλλον, η έμπνευση απορρέει πανταχόθεν, κυρίως από τα μικρά και παραθεωρημένα του κόσμου μας. Με τούτο εννοώ, ότι είναι πιθανότατο να μην με απασχολήσουν σχεδόν ποτέ ποιητικά τα πολύ σοβαρά προβλήματα π.χ. της τρύπας του όζοντος ή της διαφθοράς στην δημόσια καθημερινότητα, αλλ’ αντίθετα μου συμβαίνει να χαλαλίζω ατέλειωτες ώρες π.χ. για τη μεγαλοπρεπή κι εφήμερη απλότητα ενός άνθους του αγρού ή για τις σοφές εκείνες παρακαμπτηρίους στα πολλαπλά στρατόνια των μυρμηγκιών. Τούτο δεν σημαίνει ασφαλώς, ότι οι δημιουργοί ουρανοβατούμε ή συμπεριφερόμαστε ως απόκοσμοι, αλλά πρόκειται απλά για μια διαφορετικό κοίταγμα των πραγμάτων του Κόσμου. Αν δεν εισέλθουμε στο μεγαλείο του μικρού και καταφρονεμένου με πολύ σεβασμό και διάθεση κένωσης του επηρμένου μας εαυτού, αν δεν διορθώσουμε (με τον τρόπο του ο καθένας και απ’ τη σκοπιά του) τα πολλά και διάφορα μικροπταίσματα της καθημερινότητάς μας δεν πρόκειται ποτέ να διορθώσουμε τον κόσμο μας. Υπό αυτή την προοπτική, μπορώ να πω, ότι τα δίπολα Αγάπη και Χάος, Πτώση και Ανόρθωση, Ησυχασμός κι Επανάσταση κυριαρχούν στα κείμενά μου.

Ποια είναι η «μούσα» σας;

Θα μπορούσα εδώ να σας επαναλάβω μερικά απ’ τα παραπάνω. Ο αθέατος και ο θεατός κόσμος (αν έχεις την κατάλληλη όραση προς τούτο) σου αποκαλύπτει πλείστες όσες «μούσες». Στο μέτρο που με αφορά, η νοητή «μούσα» μου πήρε κατά καιρούς τις μορφές μελών της οικογένειάς μου, κάποιων ακριβών φίλων, μιας Αφγανής γυναίκας, της Παναγίας κυρίως, αλλά και των θεών της αρχαιότητας. Υπάρχει όμως και μια επιμελώς κρυμμένη ακόμα μορφή πίσω απ’ τα χαλάσματα της Ποίησης, την οποία, όσο κι αν πασχίζω με τις λέξεις και τα νοήματα, δεν δύναμαι ακόμη να ξεχωρίσω. Ελπίζω κάποτε να δω το πρόσωπό της. Γι’ αυτό άλλωστε γράφω. Τώρα πια είμαι βέβαιος, ότι μόλις κάποτε ξεδιακρίνω τα χαρακτηριστικά της μακρινής εκείνης απούσας παρουσίας, θα σταματήσω να γράφω. Δεν θα υπάρχει πλέον λόγος…

Εκτός από την Ποίηση, ποια άλλα θέματα σας ενδιαφέρουν;

Είναι γνωστό, ότι ασχολούμαι κατά καιρούς με διάφορες ιστοριοδιφικές μελέτες, με δοκίμια γύρω από την ποιητική τέχνη, με κείμενα θεολογικού προβληματισμού και λαογραφικές επίσης δημοσιεύσεις. Όλα τούτα όμως, στο περιθώριο πάντα της Ποίησης, έτσι ως απασχόληση του νου, ώστε να μην αποκοιμηθεί. Για φανταστείτε, να έρθει η αναμενόμενη Μέρα, η Μεγάλη προσωπική του καθενός μας Μέρα, η κορυφαία στιγμή της ύπαρξης και να μας βρει σε κατάσταση χαύνωσης και ραθυμίας… Μη μοι γένοιτο…

Ποιους ποιητές και λογοτέχνες θαυμάζετε; Έχουν επηρεάσει κάποιοι το έργο σας;

Χωρίς αμφιβολία κανείς μας δεν προέρχεται από παρθενογένεση. Είναι, λοιπόν, πολύ φυσικό να συγγενεύουμε εξ αγχιστείας με κάποιους προηγούμενους ή σύγχρονούς μας δημιουργούς. Κατά καιρούς μού έχουν προκαλέσει ευεργετικό ρίγος και δημιουργικό συγκλονισμό, δηλαδή την καλώς εννοούμενη επιρροή ποιήματα των πολύ δικών μας αναστημάτων Διονυσίου Σολωμού και Ανδρέα Κάλβου, αλλά παράλληλα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, του Αρθούρου Ρεμπό και του Φρίντριχ Χέλντερλιν, του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιάννη Ρίτσου, της Κικής Δημουλά και του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Ηλία Κεφάλα, του Γ. Ε. Γεωργούση κι εσχάτως η θαυμαστή περίπτωση του Σύρου ποιητή Άδωνη.
Από άποψη σύγχρονης Ελληνικής Πεζογραφίας (και μπορεί ν’ ακουστεί αφοριστικό κάτι τέτοιο) θεωρώ, ότι πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, βρισκόμαστε πολύ πίσω. Οι πεζογράφοι μας, στην προσπάθειά τους να νεωτερίσουν και να ξεχωρίσουν ως λογοτεχνική γενιά έχουν περιπλακεί και χάσει τον δρόμο. Πολύ δύσκολα πια αντέχω να τελειώσω μυθιστόρημα. Στις εξαιρέσεις –ευτυχώς- περιλαμβάνεται ο καρδιακός μου φίλος Σπύρος Καρυδάκης, ο οποίος, μέσ’ από τις απρόβλεπτες κι εξοργιστικές κάποτε πλοκές των μυθιστοριών και διηγημάτων του, μέσ’ από την διάλυση και ανασύνθεση της ύπαρξης και των κατεστημένων της, κατορθώνει να διαπεράσει αναστάσιμα τη θλίψη του σημερινού αβίωτου βίου.

Είχατε ιδιαίτερη σχέση με τον Οδυσσέα Ελύτη. Τι θυμάστε από αυτόν;

Όντως τον θεωρώ δάσκαλό μου και τον πρώτο, ο οποίος έσκυψε τόσο αληθινά, θερμά και φιλικά πάνω από τα πρωτόλεια ποιήματά μου. Κρατώ πολύ κοντά μου τις παραινετικές επιστολές και τα καλά του λόγια. Μάλιστα ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου οι συμβουλές του, όταν πρωτοσυναντηθήκαμε το 1980: «Να έχεις υπόψη σου, ότι ως Ποιητή όλοι θα σε αντιμετωπίζουν από εδώ και στο εξής με υποψία…». Τότε δεν κατανόησα το βάθος. Τώρα πια, εικοσιπέντε χρόνια μετά, τον θυμάμαι και τον μακαρίζω καθημερινά. Ας είναι αναπαυμένος!

Ποια η γνώμη σας για τη σύγχρονη ζακυνθινή ποίηση;

Είναι παρήγορο, αλλά μόνο στην Ποίηση πάμε καλά. Δε βλέπετε, τι διαπλοκές μάς περιτριγυρίζουν; Τουλάχιστον έχουμε πολλή και καλή σύγχρονη Ποίηση. Θα φταίει το νερό! Μάλλον ήπιαμε όλοι απ’ το ζωοπάροχο και αστείρευτο πηγάδι του «ιερομόναχου» Σολωμού. Θα φταίει και ο αέρας του τόπου, οι αθέατες παρουσίες τόσων και τόσων σεπτών μορφών της Τέχνης, που καθαγίασαν με τον πνευματικό τους μόχθο τα τοπία και τις προοπτικές τους.

Μετά τον Σολωμό και τον Κάλβο, τι;

Έχω ήδη ασχοληθεί με το θέμα αυτό παλαιότερα, στο βιβλίο μου «Ποιητικές αντοχές της Ζακύνθου». Εκεί παρουσίασα ως ελπίδες της σημερινής αποχαυνωμένης γενέτειράς μας και γέφυρες ταυτόχρονα του δημιουργικού παρελθόντος με το ποιοτικό σήμερα και αύριο του τόπου μας, τέσσερις τουλάχιστον ποιητές μας: Την Μάχη Μουζάκη, τη Λούλα Βάλβη Μυλωνά, τον Διονύση Σέρρα και τον Διονύση Φλεμοτόμο. Αλλά υπάρχουν και άλλοι, εξίσου σημαντικοί και αγαπητοί δημιουργοί, γεννήματα και θρέμματα της Ζακύνθου. Μια νεότερη μάλιστα γενιά έχει ήδη ανδρωθεί, αποδίδοντας έργα ουσίας και καρπούς αξιοπρόσεκτους.

Τι εστί Ζάκυνθος;

Ένας τόπος ευφρόσυνος, επί του οποίου στις μέρες μας ασελγούν όλες οι φυλές της γης και γλώσσες. Μια όμορφη εξάλλου, πλήν άπιστη, αγαπημένη. Κοιταγμένη με άλλα μάτια, πρόκειται για μια ιδέα περισσότερο, που συχνά-πυκνά ως νεότερη Ιερουσαλήμ αποκτείνει τους προφήτες της.

Τι μπορεί να «μαυρίσει» τη Ζάκυνθο;

Ας υποθέσουμε πως ζούμε μετά από εκατό χρόνια και χρειάζεται να κάνουμε μια έρευνα για τη Ζάκυνθο των αρχών του 21ου αιώνα. Θα καταφύγουμε, σαν καλοί ιστοριοδίφες, στις τοπικές εφημερίδες και μάλιστα στα πρωτοσέλιδά τους. Η εικόνα θα είναι συντριπτικά απογοητευτική: Θα διαπιστώσουμε κινήσεις ιδιοτέλειας, παρασκήνια διαπλοκής, ύβρεις με κάθε έννοια, ανούσιες μεγαλοστομίες και περιεχόμενο μηδέν. Όλα δύσοσμα κατά τρόπο τραγικό… Η κατάσταση –δυστυχώς- είναι πλέον μη αναστρέψιμη... Δείτε κατά πόσον υποστηρίζεται ο ουσιώδης και δημιουργικός πολιτισμός από τους ωχαδελφιστές και νεόπλουτους Νεοζακυνθίους. Ουδόλως!.. Εκείνο, που τους γνοιάζει τώρα πια είναι οι κάθε λογής και χρώματος ψυχαγωγίες ευτέλειας, διανθιζόμενες πάντως μ’ έναν ευκαιριακό πολιτικό και πολιτισμικό παραγοντισμό. Όλα προελέγχονται υπό το πρίσμα του προσωπικού οφέλους. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό, ανησυχώ πάρα πολύ και καταλήγω να υποστηρίζω πλέον, κάτι , που παλαιότερα ούτε καν επέτρεπα να μου περάσει απ’ το νου. Ότι δηλαδή η Τέχνη κι εν γένει ο Πολιτισμός, για να μπορεί να υπερβαίνει κάθε φορά τη μετριότητα και το δήθεν, πρέπει να συμπεριφέρεται ως καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Αν ύστερα κάποιος ή κάποιοι ενδιαφερθούν να προσεγγίσουν αγαπητικά το παραγόμενο πολιτισμικό αγαθό, καλώς γεναμένο! Αν όχι, τότε, παρά την στυφή γεύση του Ανεπίδοτου, κατέχει ο δημιουργός τη μυστική παρηγορία, ότι έκαμε τουλάχιστον το καθήκον του έναντι του τόπου και του χρόνου του!… Άλλη διέξοδο δε βλέπω προς το παρόν. Ας ελπίσουμε στο μέλλον!…

Σ’ ένα σας ποίημα λέτε «Μεγάλο πένθος η Ομορφιά». Γιατί;

«… πολύ μεγάλο πένθος», θα συμπλήρωνα εγώ. Διότι η επιδίωξη τής κάθε λογής Ομορφιάς δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Πρέπει να ματώσεις, να υποφέρεις, να κλάψεις γοερότατα στην προσπάθεια συνάντησης με την Ομορφιά. Απ’ την αναζήτηση του άλλου μας μισού ως το κυνήγι της ιδανικής πολιτείας, απ’ την βίωση της αρχαιοελληνικής Πενίας και του Πόρου ως την χριστιανική πρόσβαση στο μυστήριο της Ζωής και του Θανάτου η Ομορφιά είναι το κατ’ εξοχήν ζητούμενο. Συνήθως παραμένει απροσέγγιστη. Γι’ αυτό και το διαρκές πένθος… Κι αν ακόμη συμβεί το ποθούμενο και μειωθούν οι αποστάσεις, η Ομορφιά και πάλι προκαλεί πένθος, μια και στην ουσία της κρύβει σπέρματα θανάτου και δηλητηριάζει αμετάκλητα όποιον τελικά υπερβεί τα εμπόδια και την αγγίξει. Ο ποιητής, πάντα σχεδόν, προσεγγίζει τη φωτιά κι ας καεί!!!

Σε άλλο ποίημά σας αποκαλείτε τον Ουρανό «μέγα μπανιστήρι». Τι ‘ναι τούτο πάλι;

Παρότι αποφεύγω ν’ αναλύω τους στίχους μου, επειδή το θεωρώ εκπόρνευσή τους, θα σας πω μια κατ’ αρχήν ερμηνεία, όχι και την οριστική. Άλλωστε, ο κάθε στίχος μιλάει σε κάθε αναγνώστη εντελώς προσωπικά, μυστικότροπα και διαφορετικά.

Αν έχουμε, λοιπόν, βγάλει τις τσίμπλες απ’ τα μάτια μας, κατά την απροσδόκητη εκείνη έκφραση της «Αποκάλυψης» του Ιωάννη, μπορούμε να δούμε πράματα και θάματα. Αν υπερβούμε τη σμικρότητα του χοϊκού, αν προσπαθήσουμε ν’ ανακτήσουμε την απωλεσμένη μας ευαισθησία και αθωότητα, έχω την πεποίθηση, ότι θα κατορθώσουμε να δούμε τ’ Αθέατα. Η ανθρωπότητα διαιώνια γι’ αυτό κυρίως πασχίζει, φιλοσοφώντας ή θεολογώντας.

Ο ποιητής στον κόσμο μας σήμερα τι βλέπει;

Χρησιμοποιώντας μια έκφραση της εποχής θα έλεγα «Τα είδε όλα». Ο ποιητής βλέπει όντως αμήχανος και απελπιστικά άοπλος τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που βλέπουν ή οραματίζονται οι κάθε είδους δυνάστες και φονιάδες των λαών, π.χ. ο Μπους.

Σ’ έναν κόσμο, λοιπόν, που οι αξίες καταρρέουν και κυριαρχούν τα σκάνδαλα, το ψέμα, η υποκρισία και η ύλη, ποιος είναι ο ρόλος της Ποίησης και του Ποιητή;

Ο ποιητής βιώνει κατά βάσιν τη μοναξιά του, κάτι μάλιστα που κατά κανόνα απολαμβάνει. Γεύεται φιλήδονα τις συνέπειες τής μοναχικότητάς του, έστω κι αν αναγκάζεται να ζει και να κινείται στη χαλαλοή της πόλης και των άσχετων συνανθρώπων. Με τον λόγο και την ποιητική του συμπεριφορά ιδρύει μια νέα πόλη μες στην περιτρέχουσα πόλη, όπου αναπτύσσει στο εξής τις δραστηριότητές του.

Ποιος είναι «της αγάπης χορηγός»;

Όπως τον θέλει και τον φαντάζεται ο καθείς. Άλλος τον προσωποποιεί ως θεό, ως ημίθεο, ως φίλο ή συνοδοιπόρο στην αγωνία της ύπαρξης. Άλλος τον δέχεται ως έρωτα ή μια ιδέα. Διαλέξτε και πάρτε!…

Τι αγαπάτε;

Αγαπώ κυρίως να λειτουργώ, αλλά επίσης τους μακρούς απογευματινούς μου περιπάτους στους λόφους του χωριού μου. Σε άλλο επίπεδο, αγαπώ την ευθύτητα στις καθημερινές σχέσεις, έστω κι αν κατ’ αρχήν στενοχωρεί ή πληγώνει. Λόγω αυτής της ευθύτητας έχω χάσει ήδη πολλούς κατ΄ όνομα «φίλους».

Τι σας πληγώνει;

Η αγνωμοσύνη αφ’ ενός και αφ’ ετέρου η περιορισμένης ευθύνης παιδεία των νέων ανθρώπων της πατρίδας μας. Δείτε πώς γράφουν σήμερα οι περισσότεροι μαθητές. Αυτά δεν είναι ελληνικά. Σταχυολογώ μερικές τυχαίες λέξεις από γραπτά μαθητών μου: «Σπουδέει» αντί «σπουδαίοι», «τρειών» αντί «τριών», «διδασκαλεία» αντί «διδασκαλία», «μορφομένη» αντί «μορφωμένοι». Ετούτο εξάλλου το απαίσιο μονοτονικό σύστημα γραφής, άλλη πάλι πληγή ανεπούλωτη… Ευτυχώς, οι πλείστες των νεότερων ποιητικών συλλογών έχουν επιστρέψει στην πολυτονική έκφραση.

Τι απεχθάνεσθε;

Τις δολοπλοκίες και τα πολλά πρόσωπα-προσωπεία των υποτιθέμενων φίλων. Όσον αφορά στα εκκλησιαστικά πράγματα, απεχθάνομαι μέχρι αηδίας τις ευσεβιστικές νοοτροπίες, οι οποίες –αλίμονο- φύονται εσχάτως σαν επίφοβα ζιζάνια τριγύρω μας… Και ο νοών, νοείτω…

Γιατί «η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα»;

Σας απαντώ με τα λόγια του Ιησού: «Γιατί, τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίσει όλο τον κόσμο και ζημιωθεί την ψυχή του;»

Σε τι αξίζει να υποκλιθεί κανείς;

Μπροστά σ΄ ένα νεογέννητο παιδί ή έστω σ΄ ένα ταπεινό λουλουδάκι του αγρού.

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails