[ Ένα κείμενό μου -στη μνήμη του...]
Του Γιώργου Χ. Θεοχάρη
Κώστας Θ. Ριζάκης, ένα τσακάλι στη μονιά της ερημιάς του
Να σιωπάς. Να δραπετεύεις και να πληθύνεσαι στη μοναξιά σου
σε μια ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια.
Νίκος Καρούζος
Έκανα τη μοναξιά μου / παραθύρι στα όνειρά μου
Βάσω Αλαγιάννη
Άκουσα πρώτη φορά το όνομά του στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο αλησμόνητος φίλος, ποιητής Θανάσης Βενέτης μού μίλησε για έναν σπουδαίο νεαρό ποιητή από την πατρίδα του, τη Λαμία, που τον λένε Κώστα Θ. Ριζάκη. Μου τον περιέγραφε σχεδόν απόκοσμο, αναχωρητή, κλεισμένο στο σπίτι και δεν ήταν μακριά από την αλήθεια αυτή η περιγραφή, όπως αργότερα εμφατικά διαπίστωσα και διαπιστώνω. Πρωτοδιάβασα ποιήματά του όταν έφθασε στην αλληλογραφία του περιοδικού «Εμβόλιμον» η συλλογή του "Ο Βυθός μου τα πράγματα", με μιαν αφιέρωση, με την καλλιγράμματη γραφή του, στη σύνταξη του περιοδικού. Εντυπωσιάστηκα από την ποιητική του. Είδα έναν ποιητή ο οποίος είναι και παραμένει ένα παιδί-αρνητής της δυναστείας και της καταδυναστευτικής επικράτειας του Χρόνου. Λίγο αργότερα γνώρισα και το περιοδικό «Πάροδος» που διακονούσε. Ένα αληθινό κατόρθωμα στην έρημο της ελληνικής επαρχίας.
Δεν θυμάμαι πώς και πότε ακριβώς πρωτομιλήσαμε στο τηλέφωνο. Ποιος μας έφερε σε επαφή. Μα ποιαν αφορμή. Ίσως να ήταν η κοινή μας φίλη, ποιήτρια, Χλόη Κουτσουμπέλη. Ωστόσο αυτό συνέβη γύρω στο 2005. Συνεργάστηκα στην «Πάροδο» σχεδόν σε κάθε τεύχος από τότε. Κι όταν ο Ριζάκης αποφάσισε να κλείσει τον κύκλο της έκδοσής της, συντάχτηκε αυτοβούλως στο πλευρό μου δίνοντας μιαν ώθηση και έναν νέον αέρα στο περιοδικό «Εμβόλιμον». Γιατί οι επισημάνσεις, οι παρατηρήσεις, οι πρωτοβουλίες και οι προτάσεις του είναι πάντα αξιοπρόσεχτες και σημαντικές. Κι η εμπειρία του αξιοζήλευτη. Αλλά όχι μονάχα σ’ αυτό το επίπεδο. Θέλω να πω πως η συμπόρευσή μας δεν εξαντλείται στην έκδοση του περιοδικού μα και σε ό,τι άλλο επιμελείται ο ίδιος στον χώρο της λογοτεχνικής παραγωγής. Και φυσικά στην ποίησή μας. Γιατί ο Ριζάκης διαθέτει μιαν απίστευτα ευαίσθητη αίσθηση του ρυθμού στον ποιητικό λόγο κι έτσι αρκεί να του διαβάσεις ένα καινούργιο σου ποίημα και, αφού σου ζητήσει να επαναλάβεις την ανάγνωση ακόμη μία ή και περισσότερες φορές, προτείνει την αλλαγή θέσης μιας λέξης μέσα στο στίχο και αλλάζει η μουσικότητα όλου του ποιήματος.
Τα τελευταία χρόνια, μετά και την εκδημία της πολυφίλητης αδελφής του και των γονέων του, για τους πολλούς έγινε αθώρητος και για ελάχιστους (τυχερούς) ακριβοθώρητος. Την απώλεια της μητέρας του τη θρήνησε και τη θρηνεί ποιητικά εξακολουθητικά. Γράφει : "αλλά συνήγορος των αδυνάτων των φτωχών / υπεραμύνθηκα συχνά του λήμματος «μητέρα»."
Μένει μέσα στα όρια του σπιτιού του, σπάνια βγαίνει, "(αφήνω την αυλόπορτα ανοιχτή / την πιθανή διαφυγή μου να εξορκίζει)" γράφει κάπου, κι αλλού: "πόσο λίγο ταξίδεψα" και συνθέτει τις νύχτες σπουδαία ποιήματα, όταν δεν έχει να επιμεληθεί κείμενα φίλων του, φροντίδα που προσφέρει αφειδώλευτα και αφιλοκερδώς.
Λέει απευθυνόμενος στη μνήμη: "μα εγώ παιδί με πάταγο τσακίζομαι τη μέρα / έφηβος δε μιλώ το λάλο δειλινό / άντρας τη νύχτα σέρνομαι με λέπια μυστικά / στους άγονους κρατήρες της γριάς σελήνης / που πτοημένοι κουβαλούν χειρόγραφα παλιά / θνησιγενή ποιήματα ξανά να μου φωτίσεις" κι αλλού: "οι νύχτες μου γίναν τα ποιήματα / λευκά των ματιών μου πουλιά.
Ο ποιητής διάλεξε να ζει τη νύχτα, πάνω στο δέρμα μου ανασαίνει το σκοτάδι", γράφει, κι αλλού: "μη ρωτάς και συ συνεχώς / «ποια η ζωή μου;» -ό,τι / μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ / με ξενύχτησε λύχνο ως τα χαράματα" κι ακόμη αλλού: "συντριβάνι να ρέουν τα πράγματα / -πιες νερό το νερό να διψάσεις - / να σε βρουν τα χαράματα νύχτα μου / απαλή σαν το χιόνι την πίκρα μου / σαν φολίδας ανάμνηση πίσω μου // πιο χνουδάτο σκοτάδι στο φως!"
Ο Ριζάκης γράφει τα υπέροχα ποιήματά του έγκλειστος κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού αναπολεί ένα παρελθόν ωραίων ημερών όταν οι πολυαγαπημένοι οικείοι του βρίσκονταν εν ζωή. Όμως η ποίησή του δεν είναι ούτε κρυπτική ούτε σκοτεινή ούτε και καταθλιπτική, αλλά τραγούδι στη ζωή και στις χάρες της με τρόπο που μονάχα όσοι βίωσαν βαθειά τη μοναξιά μπορούν να το κάμουν. Γράφει: "- μα τέλος πάντων τι φοβάμαι μη μου κλέψουν / τι μου συμβαίνει και τις νύχτες μου αγρυπνώ / τι στο θεό μου διεκδικώ σ’ αυτό το σπίτι - / βεβαρημένο σώμα ακοίμητο το παρελθόν // στην αγκαλιά του τώρα πιο σφιχτά με κλείνει / τα φώτα σε όλα τα δωμάτια ανάβει // γυρίζει πάλι το κλειδί στην κλειδωνιά"
Το ποίημα «στ’ ανοιχτά» της συλλογής «Τα επόμενα πένθη» (1997) είναι χαρακτηριστικό:
λαμπρότατο άστρο της αυγής φώτισες επαρκώς
τα μετρημένα μες στη νύχτα βήματά μου
ή τ’ άλλα που θεριέψανε και δεν τ’ αντέχω πια
τ’ άλλοτε που με θρέψανε τα μόλις πριν τα τώρα
κάποια στιγμή σε ξένους απ’ ανάγκη ώμους
γέρνοντας κουρασμένος θ’ ακουμπήσω
εκ των προτέρων σίγουρος ότι στην εκταφή
-που δίχως άλλο τρομερές
ενστάσεις θα επισύρει –
χρόνια μετά τον θάνατο κρυμμένος μες στη γη
κι αιώνες πριν απ’ τη ζωή (κι εδώ καλά χωμένος)
θα ‘χει πια λιώσει το κορμί τα κόκκαλα θ’ ασπρίζουν
και ‘κείνη που έλπισα η ψυχή θα στάζει στο καντήλι
έν’ απαλό γαλάζιο φως: αιχμή
για τ’ όνομά μου
ά, τόσο μόνος με το τέλος μου σφιχτά –
και τι θαυμάσια μόνος έ τ σ ι :
στ’ ανοιχτά!
Βιώνει, λοιπόν, δημιουργικά αλλά τραυματικά τη μαθητεία του στο σκοτάδι, το οποίο φωτίζεται με τον λύχνο της δημιουργίας κι όταν χαράζει η μέρα επιστρέφει ξανά στο να αρθρώνει τη σιωπή. Γράφει: "κοινωνώ στο δωμάτιο / την κρατούσα σιγή ή αλλού: τη μέσα μέσα σιωπή / είδα των ασωμάτων, κι ακόμη αλλού: αυτά τα μάτια που στυλώνονται μακριά / (κι ο κυνηγός αναίτια τα τρομάζει) / δεν ξέρουν ήλιο δεν κατέχουν ουρανό" κι επειδή ακόμη και τα λαμπρότερα ποιήματα δεν είναι ικανά να εξουδετερώσουν της ανυπαρξίας το σκότος, γράφει: "τυφεκισμός στη σιωπή που αγρυπνά / -ποτέ το φως δεν αστοχεί / μες στο σκοτάδι // ποτέ σκοτάδι δε σκοτώθηκε με φως"
Ιδού πώς περιγράφει ο ποιητής, στο ποίημα «βυθός», της συλλογής «Ο κυρίως ναός» (2006) τη θητεία του στη νύχτα και στη μέρα, στο σκότος και στο φως, στην ποιητική δημιουργία και στη σιωπή. Ο ποιητής που στο φως της ημέρας νιώθει σαν ψάρι έξω απ’ το νερό:
δεν έσβηνε από συνήθεια ποτέ
το μέσα φως
-έξω χιονιάς και κρύο το φεγγάρι γόγγυζε-
να τουρτουρίζει στα λευκά ανάμεσα
χαρτιά και τα βιβλία
το ποίημα ξημέρωμα τελείωνε όπως πάντα
κι αυτός παντέρημος χωρίς απαντοχή
στο λόφο που σκαρφάλωσε σκυφτός
πλάγιαζε τώρα τη σκληρή του λησμοσύνη
σήμερα λέει ά σήμερα καθώς
με βράγχια πάλι θ’ άντεχα στον ήλιο νέας ημέρας
τι κι αν ανέστιο τον ξεριζώνει ο αέρας
ασπίδα η φωνή μου τον σκέπει βυθός!
Ο Κώστας Θ. Ριζάκης, αν μη τι άλλο, νοιάζεται τους φίλους του. Επικοινωνεί με το τηλέφωνο ώρες ατέλειωτες, τις νύχτες συνήθως, αφού όλα τα κακά μαντάτα στη ζωή του τού ανακοινώθηκαν μέσω τηλεφώνου σε στιγμές της ημέρας. Όμως, ναι, νοιάζεται για τους φίλους του της συντεχνίας και τις οικογένειές τους με ενδιαφέρον αληθινό και βαθύ. Είναι ενήμερος εξαντλητικά για όσα τεκταίνονται στον λογοτεχνικό χώρο και όχι μόνον. Κι αν κάποιες φορές γίνεται με τους ανθρώπους, και με τους φίλους του, σκληρός, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε πως είναι δύσκολο, ανυπόφορα δύσκολο, να παραμείνει κανένας ψύχραιμος και ήρεμος στις αντιδράσεις του όταν συνειδητοποιεί πως φούντωσε γύρω η μοναξιά, κι ακόμη ότι ξέρει να ζητά συγγνώμη. Γράφει: "αυτός που κοίταξε βαθιά / τη μοναξιά στα μάτια / κρατάει βλέμμα προτροπής στους επιλήσμονες / χέρια χωρίς εγκλωβισμό σε αποτυπώματα / πλατειά φτερά / να κρύβει τους χαμένους - / αυτόν που κοίταξε βαθιά / τη μοναξιά στα μάτια // η στέρηση τον αποδίδει φως / στο φως του κόσμου του ορυκτό αλάτι"
Η ποίηση του Κώστα Ριζάκη είναι μια ποιητική κυριολεξία. Γράφει: "οι φίλοι λοιπόν λείποντας / στον κόσμον όλα λείπουν - // κι όλο στην είσοδο φωλιάζω το πρωϊνό / μην λάβω κάποιο γράμμα τους θλιμμένο / κι όλο το ακουστικό σηκώνω τ’ απογεύματα / μαγνήτης η φωνή τους απ’ το σύρμα / μη κάτι απόκοσμο πλησιάσει και μου πει"
Και δηλώνει αποφατικά για τα ποιήματά του ότι: "τα περισσότερα με την ψυχή / στα δόντια μου γραμμένα"
Ωστόσο, εκεί στη μονιά του, εκεί στην αναχωρητική του επιλογή, ο Κώστας Θ. Ριζάκης παραμένει ποιητής εξαιρετικός, από τους πιο σημαντικούς της γενιάς του και παραμένει φίλος αγαπημένος, με τις μονομέρειές του, με τις παραξενιές και τις γκρίνιες του, με τις συγγνώμες και με τις αγάπες του και με τη διαρκή του έγνοια για όλον τον κόσμο. Εκεί που μονάζει ο άνθρωπος αυτός της ιδιαίτερης ευαισθησίας δεν υμνεί μιαν ήττα αλλά τραγουδά μιαν ανάταση. Η ποιητική του μοιάζει στις σκληρές δοξαριές του τσέλο που σπρώχνει με μελωδικά ουρλιαχτά το σκοτάδι ν’ ανατείλει στο φως.
Εκεί, στην διαρκή μοναξιά της μονιάς του σώζει τη ψυχή του και σώζεται δημιουργώντας ασταμάτητα. Ή, όπως ο ίδιος το γράφει: "κι όπως παράφορο ένα πείσμα με συνέχει / ακόμη και στην πλήρη μου εκμηδένιση / ακόμα τώρα που σου γράφω // γερνώ στον τάφο μου κρατώντας / το άσπιλό μου γιασεμί // αυτό/ που μιας ζωής η μεταφυσικά / γυμνή ονόμασε ψυχή"
Δεν έχω δει ποτέ, δεν έχω ανταμώσει ποτέ τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη. Ό,τι ξέρω από τη μορφή του εξαντλείται σε ένα σχέδιο/πορτραίτο που του έκανε ο Γιάννης Στεφανάκις στην έκδοση «επιτάφιος δρόμος – ποιήματα Α’ [1985-2010]». Δεν ανταμώσαμε ποτέ, μα ξέρω της ψυχής του το βάθος και την παιδική του ανιδιοτέλεια, και μαζί την παιδικότητα της γκρίνιας του κι έτσι μπορώ να ερμηνεύω τις αντιδράσεις του απέναντι σε πρόσωπα και πράγματα. Μπορώ να κατανοώ.
Κλείνω με ένα ποίημά του, που αγαπώ ιδιαίτερα, από τη συλλογή «Τα τελευταία ονόματα» (2010)
επιβραδύνω
ο θάνατος χειμώνιασε τους στίχους μου
μ’ απ’ το πρωί στον ουρανό κοιτώντας
στον ουρανό καλύτερα προσβλέποντας
δυο σύννεφα κυκλοτερή σε φλόγες τυλιγμένα
πως θα ΄ρθει σκέφτομαι κι εφέτος πάλιν η άνοιξη
πάλι στις στέγες μας η αιθρία θα φωλιάσει
να αιχμαλωτίσω από τον ήλιο τόσο φως
όσο να ζέσταινα κλωσσόπουλα τις λέξεις
να τιναχτεί πλήρες φτερών το ποίημα
λάλο να σαγηνέψει τον καιρό
σαν μια παλέττα να χυθώ στα αίματα
και σαγιτεύοντας ξανά τ’ άσπρο χαρτί
μες στην καρδιά να βράδυνα το βράδυ!
Εύχομαι η ποίηση και οι νύχτες σου να καταυγάζονται από ήλιο ζωογόνο κι η ψυχή σου ν’ ακτινοβολεί δέσμες αγάπης πάντοτε για σένα και για μας που σ’ αγαπάμε, φίλε…
ΣΗΜ.: οι στίχοι και τα ποιήματα που παρατίθενται αντλήθηκαν από την έκδοση Κώστας Θ. Ριζάκης_ επιτάφιος δρόμος ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α’ [1985-2010], Γαβριηλίδης 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου