Κάθε σοβαρή ποιητική συλλογή προτείνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, έναν τρόπο ανάγνωσης του κόσμου. Άλλοτε η πρόταση αυτή εκδηλώνεται με σαφήνεια, άλλοτε υποκρύπτεται πίσω από εικόνες, σιωπές και υπαινιγμούς. Τα Ανακαλυπτήρια του Παναγιώτη Καποδίστρια (εκδ. Κέντρο Λόγου ΑΛΗΘΩΣ, Ζάκυνθος 2024) ανήκουν αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν επιδιώκει να κερδίσει τον αναγνώστη με την ευκολία της συγκίνησης ούτε με την αμεσότητα της εξομολόγησης. Αντιθέτως, απαιτεί χρόνο, επάνοδο και διάθεση ερμηνευτικής συμμετοχής. Από την πρώτη κιόλας σελίδα γίνεται σαφές ότι η συλλογή αυτή δεν προσφέρεται για γρήγορη ανάγνωση· ζητεί να κατοικηθεί.
Η πρώτη εντύπωση προέρχεται από τον ίδιο τον τίτλο. Η λέξη Ανακαλυπτήρια διαθέτει αξιοσημείωτη σημασιολογική πυκνότητα. Παραπέμπει ασφαλώς στην αποκάλυψη, στη φανέρωση εκείνου που έως τώρα παρέμενε κρυμμένο. Ωστόσο, για έναν αναγνώστη εξοικειωμένο με τη λειτουργική γλώσσα, η λέξη ενεργοποιεί και έναν δεύτερο συνειρμό: τα εγκαίνια ενός ναού, την αποκάλυψη του ιερού χώρου, την είσοδο σε μια νέα πραγματικότητα. Ο τίτλος, επομένως, λειτουργεί όχι ως διακοσμητικό εύρημα αλλά ως ερμηνευτικό πρόγραμμα ολόκληρης της συλλογής.
Αυτή η αίσθηση επιβεβαιώνεται αμέσως από τα πρώτα ποιήματα. Ο αναγνώστης εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η αφήγηση υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει η αποκάλυψη στιγμών συνείδησης. Οι εικόνες εμφανίζονται ως θραύσματα μιας βαθύτερης πραγματικότητας, χωρίς να συνδέονται πάντοτε με λογικές γέφυρες. Η ποίηση του Καποδίστρια οικοδομείται πάνω στην πεποίθηση ότι η αλήθεια δεν αποδίδεται περιγραφικά· υποδηλώνεται, φωτίζεται στιγμιαία και πάλι αποσύρεται.
Το χαρακτηριστικό αυτό διαφοροποιεί αισθητά τα Ανακαλυπτήρια από μεγάλο μέρος της σύγχρονης ελληνικής ποιητικής παραγωγής. Στην εποχή της εξομολογητικής ευκολίας και της άμεσης επικοινωνίας, ο Καποδίστριας επιλέγει την οδό της ελλειπτικότητας. Δεν επιθυμεί να εξηγήσει τον κόσμο. Επιθυμεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε ο αναγνώστης να τον ανακαλύψει εκ νέου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη αρετή της συλλογής. Η ερμητικότητα των ποιημάτων δεν αποτελεί επίδειξη δυσκολίας ούτε αισθητική αυταρέσκεια. Αντιθέτως, απορρέει από μια συγκεκριμένη αντίληψη για την ποίηση. Ο ποιητής φαίνεται να πιστεύει ότι τα σημαντικότερα βιώματα αντιστέκονται στη διατύπωση και ότι κάθε απόπειρα πλήρους εξήγησής τους οδηγεί αναπόφευκτα στη φτωχοποίησή τους. Έτσι, προτιμά να υποβάλει παρά να δηλώσει, να υπαινιχθεί παρά να κατονομάσει.
Η τεχνική αυτή γίνεται εμφανής ήδη σε ποιήματα όπως το «Παροδικό», το «Ναυτικός σε απόσυρση» ή το «Περί φιλίας», όπου η λογική αλληλουχία παραχωρεί τη θέση της σε μια διαδοχή εικόνων, οι οποίες συνδέονται περισσότερο μέσω εσωτερικών ηχητικών και νοηματικών συσχετισμών παρά μέσω εξωτερικής αφήγησης.
Η παρατήρηση αυτή οδηγεί σε μια δεύτερη, ακόμη ουσιαστικότερη διαπίστωση. Ο Καποδίστριας αντιμετωπίζει τη λέξη όχι ως μέσο μεταφοράς ενός ήδη διαμορφωμένου νοήματος αλλά ως τόπο γέννησης του ίδιου του νοήματος. Η σημασία προκύπτει από τη σύγκρουση των εικόνων, από την εγγύτητα ετερόκλητων λέξεων, από τη σιωπή που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους. Με άλλα λόγια, το ποίημα δεν εξωτερικεύει μια σκέψη· τη δημιουργεί ενώπιον του αναγνώστη.
Η γλωσσική αυτή πρακτική προσδίδει στη συλλογή αξιοσημείωτη εσωτερική ένταση. Δεν υπάρχουν περιττοί στίχοι ούτε λεκτικές επαναλήψεις που αποσκοπούν στην εντυπωσιοθηρία. Αντιθέτως, κάθε ποίημα δίνει την εντύπωση ότι έχει περάσει από αλλεπάλληλες διαδικασίες αφαίρεσης, ώσπου να απομείνει ο απολύτως αναγκαίος πυρήνας του. Η οικονομία αυτή του λόγου θυμίζει περισσότερο γλυπτική παρά αφηγηματική τέχνη· ο ποιητής αφαιρεί διαρκώς ύλη μέχρι να αναδυθεί η τελική μορφή.
Από τη σκοπιά αυτή, η συλλογή παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα συγγένεια με την ασκητική παράδοση της Ορθοδοξίας, όχι στο επίπεδο της θεματολογίας αλλά στο επίπεδο της μορφής. Όπως η ασκητική πορεία νοείται ως διαρκής αποβολή του περιττού προς αποκάλυψη του ουσιώδους, έτσι και εδώ η ποιητική μορφή οικοδομείται μέσω της αφαίρεσης. Πρόκειται για μια αισθητική της εγκράτειας, η οποία αντιστέκεται συνειδητά στη ρητορική πληθωρικότητα.
Το στοιχείο αυτό καθίσταται ακόμη εμφανέστερο όταν εξετάσει κανείς τη λειτουργία της σιωπής. Στα Ανακαλυπτήρια η σιωπή δεν είναι απλώς απουσία λόγου. Είναι ενεργό ποιητικό στοιχείο. Συχνά τα σημαντικότερα νοήματα γεννώνται ακριβώς στα κενά μεταξύ δύο εικόνων ή δύο στίχων. Ο αναγνώστης καλείται να διασχίσει αυτά τα κενά και να συμμετάσχει δημιουργικά στην ολοκλήρωση του ποιήματος. Η ποίηση μετατρέπεται έτσι σε πράξη συνεργασίας δημιουργού και αναγνώστη.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η συλλογή αποφεύγει συστηματικά τον συναισθηματικό εκβιασμό. Παρά την έντονη παρουσία θεμάτων όπως η μνήμη, η φθορά, ο θάνατος και η απώλεια, ο ποιητής δεν καταφεύγει σε εύκολες συγκινησιακές κορυφώσεις. Η συγκίνηση προκύπτει από τη δύναμη της εικόνας και όχι από τη ρητορική της έκφρασης. Πρόκειται για μια στάση που προϋποθέτει αισθητική πειθαρχία και βαθιά εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της ίδιας της ποιητικής γλώσσας.
Ίσως, λοιπόν, το πρώτο συμπέρασμα από την ανάγνωση των Ανακαλυπτηρίων να είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο αντιμετωπίζει την ποίηση ως μορφή γνώσης. Όχι γνώσης εννοιολογικής ή φιλοσοφικής, αλλά γνώσης βιωματικής. Ο ποιητής δεν καταθέτει συμπεράσματα· δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η αλήθεια να αποκαλυφθεί μέσα από την ίδια την ποιητική εμπειρία. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει και ο τίτλος της συλλογής: κάθε ποίημα αποτελεί ένα νέο «ανακαλυπτήριο», μια νέα άρση του πέπλου που καλύπτει την πραγματικότητα.
Η αφετηρία αυτή θα επιτρέψει, στα επόμενα μέρη της μελέτης, να εξεταστούν διεξοδικότερα η ιδιότυπη γλωσσική αρχιτεκτονική της συλλογής, η λειτουργία των συμβόλων, η μεταστοιχείωση της θεολογικής εμπειρίας σε ποιητικό γεγονός και, τέλος, η θέση των Ανακαλυπτηρίων μέσα στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Η γλώσσα, η διακειμενικότητα και η αρχιτεκτονική της συλλογής
Ένα από τα πρώτα ζητήματα που απασχολούν τον κριτικό είναι αν η ποιητική γλώσσα μιας συλλογής αποτελεί προσωπική κατάκτηση ή απλώς παραλλαγή ήδη γνωστών εκφραστικών τρόπων. Στην περίπτωση των Ανακαλυπτηρίων, η απάντηση κλίνει σαφώς προς την πρώτη εκδοχή. Η συλλογή διαθέτει αναγνωρίσιμη φωνή, όχι επειδή χρησιμοποιεί πρωτότυπες λέξεις, αλλά επειδή οργανώνει με ιδιαίτερο τρόπο τη σχέση των λέξεων μεταξύ τους.
Η γλώσσα του Καποδίστρια χαρακτηρίζεται από μια συνεχή συνάντηση τριών διαφορετικών κόσμων. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η καθημερινή νεοελληνική, λιτή και άμεση. Από την άλλη, αναδύεται διαρκώς το λεξιλόγιο της Αγίας Γραφής, της λειτουργικής ζωής και της υμνογραφίας. Ανάμεσα στα δύο παρεμβάλλεται η σύγχρονη εμπειρία του ανθρώπου της πόλης, με εικόνες της καθημερινότητας, του δρόμου, της τεχνολογίας, ακόμη και της ψηφιακής εποχής. Η συνύπαρξη αυτή θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί τεχνητή· στα Ανακαλυπτήρια, όμως, λειτουργεί οργανικά, επειδή δεν προκύπτει από πρόθεση εντυπωσιασμού αλλά από τη φυσική ενότητα της εμπειρίας του δημιουργού.
Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Πολλές φορές η λεγόμενη «θρησκευτική ποίηση» εγκλωβίζεται είτε στην αναπαραγωγή λειτουργικών εκφράσεων είτε στην ποιητική μεταμφίεση θεολογικών ιδεών. Ο Καποδίστριας αποφεύγει και τις δύο παγίδες. Η λειτουργική γλώσσα δεν παρατίθεται ως παράθεμα· έχει ήδη μεταβολιστεί μέσα στον ποιητικό οργανισμό. Οι βιβλικές αναφορές λειτουργούν όπως οι υπόγειες ρίζες ενός δένδρου: παραμένουν συχνά αόρατες, αλλά τροφοδοτούν ολόκληρη τη μορφή του.
Το ίδιο ισχύει και για τη διακειμενικότητα. Η συλλογή συνομιλεί με πλήθος κειμένων και παραδόσεων, χωρίς ποτέ να μετατρέπεται σε άσκηση φιλολογικής επίδειξης. Η Αγία Γραφή, η υμνογραφία, η πατερική σκέψη, αλλά και η νεότερη ελληνική ποιητική παράδοση, εμφανίζονται ως ζωντανές παρουσίες και όχι ως πολιτισμικά στολίδια. Ο ποιητής δεν επιθυμεί να αποδείξει τις αναγνώσεις του· επιθυμεί να δείξει ότι οι αναγνώσεις αυτές έχουν γίνει τρόπος ύπαρξης.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η παρουσία του λειτουργικού χρόνου. Η συλλογή δεν αντιμετωπίζει τον χρόνο ως ευθύγραμμη ακολουθία γεγονότων. Ο χρόνος λειτουργεί κυκλικά και συγχρόνως εσχατολογικά. Η Μεγάλη Εβδομάδα, για παράδειγμα, παύει να αποτελεί ημερολογιακό γεγονός και μετατρέπεται σε υπαρξιακή κατάσταση. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το Πάθος, η Σταύρωση και η Ανάσταση δεν παρουσιάζονται ως αναμνήσεις αλλά ως διαρκώς ενεργές πραγματικότητες.
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται μια ακόμη ιδιοτυπία της συλλογής. Η θεολογία δεν λειτουργεί ως αντικείμενο του ποιήματος· λειτουργεί ως τρόπος οργάνωσης του χρόνου, του χώρου και της ανθρώπινης εμπειρίας. Πρόκειται για διάκριση ουσιώδη. Η ποίηση του Καποδίστρια δεν «μιλά για τον Θεό». Αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από μια θεολογικά μεταμορφωμένη οπτική. Αυτή η μετατόπιση προσδίδει στη συλλογή βάθος, χωρίς να την εγκλωβίζει σε ομολογιακό χαρακτήρα.
Από αισθητική άποψη, αξίζει να σταθεί κανείς και στον ρυθμό. Παρότι τα περισσότερα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, η μουσικότητα δεν απουσιάζει. Αντί να οικοδομείται πάνω στην ομοιοκαταληξία ή στο μέτρο, δημιουργείται μέσω επαναλήψεων, παρηχήσεων, εσωτερικών αντιστοιχιών και σιωπών. Η ανάγνωση αποκαλύπτει ότι πολλά ποιήματα είναι συνθεμένα σχεδόν όπως μια μουσική φράση: αρχίζουν με ήπιο τόνο, κορυφώνονται σε μια αιφνίδια μεταφορική έκρηξη και καταλήγουν σε έναν καταληκτικό στίχο που λειτουργεί ως επίλογος αλλά και ως νέα αρχή.
Η παρατήρηση αυτή οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Ο Καποδίστριας αντιμετωπίζει το ποίημα ως αρχιτεκτόνημα. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ποιότητα των επιμέρους εικόνων αλλά για τη συνολική ισορροπία της σύνθεσης. Ακόμη και όταν το ποίημα φαίνεται αποσπασματικό, η εσωτερική του οικονομία παραμένει αυστηρή. Η αποσπασματικότητα είναι αποτέλεσμα σύνθεσης και όχι έλλειψης συνθετικής ικανότητας.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της συλλογής. Η πυκνότητα των ποιημάτων θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε ασάφεια ή αυθαιρεσία. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ελλειπτικότητα λειτουργεί δημιουργικά. Ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει το ποίημα, όχι επειδή ο ποιητής αδυνατεί να ολοκληρώσει τη σκέψη του, αλλά επειδή η ίδια η ποιητική εμπειρία απαιτεί αυτή τη συνεργασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα ποιήματα επιτυγχάνουν στον ίδιο βαθμό. Υπάρχουν στιγμές όπου η υπερβολική συμπύκνωση περιορίζει την αναπνοή του στίχου και καθιστά δυσχερή την πρόσβαση ακόμη και σε έμπειρο αναγνώστη. Οι περιπτώσεις αυτές, όμως, αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Στη μεγάλη τους πλειονότητα, τα ποιήματα κατορθώνουν να διατηρήσουν μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο μυστήριο και τη διαύγεια.
Ίσως αυτή να είναι και η σημαντικότερη αισθητική κατάκτηση των Ανακαλυπτηρίων: η συλλογή κατορθώνει να παραμένει ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις, χωρίς να εκπίπτει στην αυθαιρεσία. Το ποίημα αντιστέκεται στην εξάντληση του νοήματός του. Κάθε επιστροφή σε αυτό αποκαλύπτει νέες σημασιολογικές διαστρωματώσεις, σαν να πραγματοποιούνται, πράγματι, διαδοχικά «ανακαλυπτήρια» του ίδιου του κειμένου.
Η θέση της συλλογής στη σύγχρονη ελληνική ποίηση – Συνολική αποτίμηση
Η αξιολόγηση μιας ποιητικής συλλογής αποκτά πραγματικό νόημα όταν επιχειρεί να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι προσθέτει το συγκεκριμένο έργο στην ήδη διαμορφωμένη ποιητική παράδοση; Δεν αρκεί να διαπιστώσει κανείς ότι ένα βιβλίο είναι επιτυχημένο· χρειάζεται να διερευνήσει αν διαθέτει προσωπική ποιητική φυσιογνωμία και αν κατορθώνει να διευρύνει τις δυνατότητες της ποιητικής έκφρασης.
Από την άποψη αυτή, τα Ανακαλυπτήρια αποτελούν μια ιδιάζουσα περίπτωση. Η συλλογή συνομιλεί με τη νεότερη ελληνική ποίηση χωρίς να εντάσσεται άκριτα σε κάποια αναγνωρίσιμη σχολή. Η γραφή της δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε σεφερική ούτε ελυτική ούτε καρουζική, παρότι κατά τόπους ανιχνεύονται δημιουργικές συγγένειες. Η ιστορική μνήμη του Σεφέρη, η φωτοκεντρική κοσμολογία του Ελύτη ή η θεολογική αγωνία του Καρούζου λειτουργούν περισσότερο ως μακρινοί συνομιλητές παρά ως πρότυπα μίμησης.
Αυτό συμβαίνει διότι η ποιητική πρόταση του Καποδίστρια διαμορφώνεται πάνω σε διαφορετική αφετηρία. Η εμπειρία της Εκκλησίας δεν αποτελεί γι' αυτόν θεματικό πεδίο αλλά τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας. Η θεολογία έχει ήδη αφομοιωθεί ως ποιητική οπτική. Έτσι εξηγείται ότι ακόμη και τα ποιήματα που δεν περιέχουν εμφανείς θρησκευτικές αναφορές διατηρούν μια ιδιότυπη λειτουργική ατμόσφαιρα. Ο κόσμος προσεγγίζεται ως μυστήριο προς αποκάλυψη και όχι ως αντικείμενο προς περιγραφή.
Το σημείο αυτό είναι καθοριστικό για την κατανόηση της συλλογής. Στην ελληνική γραμματεία έχουν κατά καιρούς εμφανισθεί αρκετοί ποιητές με έντονη εκκλησιαστική παιδεία. Ελάχιστοι, όμως, κατόρθωσαν να μετασχηματίσουν τη λειτουργική εμπειρία σε αυτόνομη ποιητική μορφή, χωρίς να διολισθήσουν είτε στη ρητορική ευσέβεια είτε στον διδακτισμό. Τα Ανακαλυπτήρια συγκαταλέγονται στις περιπτώσεις εκείνες όπου η πίστη μεταβάλλεται σε αισθητική εμπειρία και όχι σε θεματολογική διακήρυξη.
Η παρατήρηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη βαθύτερη δομή του βιβλίου. Όσο περισσότερο προχωρεί η ανάγνωση, τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι η συλλογή δεν συγκροτείται από απλή παράθεση ποιημάτων. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ενιαία ποιητική σύνθεση. Τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα –η μνήμη, η έξοδος, το σώμα, το βλέμμα, η θάλασσα, το φως, η Μεγάλη Εβδομάδα– δεν επανέρχονται για λόγους ύφους· αποτελούν τους άξονες μιας σταδιακής πνευματικής και υπαρξιακής πορείας.
Ακριβώς εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ο τίτλος της συλλογής. Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, γίνεται φανερό ότι τα «ανακαλυπτήρια» δεν αφορούν αποκλειστικά τον αναγνώστη. Αφορούν και τον ίδιο τον ποιητή. Η γραφή παρουσιάζεται ως διαδικασία αυτογνωσίας. Το ποίημα δεν εκφράζει απλώς μια ήδη συγκροτημένη συνείδηση· συμβάλλει στη διαμόρφωσή της. Καθώς προχωρεί η συλλογή, αποκαλύπτεται σταδιακά όχι μόνο ένας ποιητικός κόσμος αλλά και ο ίδιος ο δημιουργός του.
Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ποιητικής του Καποδίστρια: την ηθική σοβαρότητα της γραφής. Στη συλλογή απουσιάζει κάθε ίχνος λεκτικού εντυπωσιασμού. Οι εικόνες, όσο τολμηρές και αν είναι, υπηρετούν πάντοτε μια βαθύτερη εσωτερική αναγκαιότητα. Ο ποιητής φαίνεται να αντιμετωπίζει τη δημιουργία όχι ως επίδειξη τεχνικής αλλά ως πράξη ευθύνης απέναντι στη γλώσσα. Πρόκειται για στάση ολοένα σπανιότερη στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή.
Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η συλλογή στερείται αδυναμιών. Η μεγαλύτερη ένσταση που μπορεί να διατυπωθεί αφορά τον βαθμό συμπύκνωσης ορισμένων ποιημάτων. Υπάρχουν στιγμές όπου η ελλειπτικότητα γίνεται τόσο έντονη, ώστε η σημασιολογική ένταση υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη αποκρυπτογράφησης. Ορισμένοι αναγνώστες ενδέχεται να εκλάβουν αυτή τη δυσκολία ως ερμητικότητα. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται περισσότερο για συνέπεια της ποιητικής επιλογής παρά για πραγματική αδυναμία. Παρ' όλα αυτά, η παρατήρηση οφείλει να καταγραφεί, καθώς επηρεάζει την πρόσληψη του έργου.
Από την άλλη πλευρά, ακριβώς αυτή η απαίτηση ενεργού συμμετοχής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αρετές του βιβλίου. Τα Ανακαλυπτήρια αντιστέκονται στη γρήγορη κατανάλωση. Ζητούν από τον αναγνώστη να εγκαταλείψει τη συνήθεια της άμεσης κατανόησης και να αποδεχθεί ότι το ποίημα διαθέτει πάντοτε μεγαλύτερο βάθος από την πρώτη του ανάγνωση. Η συλλογή καλλιεργεί μια αρετή που η εποχή μας τείνει να λησμονεί: την υπομονή της ανάγνωσης.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη ανθεκτικότητα των ποιημάτων. Σε αντίθεση με έργα που εξαντλούνται μόλις αποκαλυφθεί το νόημά τους, εδώ κάθε επιστροφή γεννά νέα ερμηνευτικά ενδεχόμενα. Η εικόνα αποκτά διαφορετικό βάρος, ο τίτλος φωτίζεται εκ νέου, ένας στίχος συνομιλεί απροσδόκητα με κάποιον άλλο δεκάδες σελίδες αργότερα. Πρόκειται για γνώρισμα των συλλογών που διαθέτουν πραγματική εσωτερική συνοχή.
Τελικώς, ποια είναι η θέση των Ανακαλυπτηρίων μέσα στη σύγχρονη ελληνική ποίηση;
Θα ήταν πρόωρο να αποδοθούν μεγάλοι χαρακτηρισμοί. Ωστόσο, μπορεί με ασφάλεια να υποστηριχθεί ότι η συλλογή συνιστά μία από τις πλέον συνεκτικές και προσωπικές ποιητικές καταθέσεις της τελευταίας δεκαετίας στον χώρο της ελληνικής γραμματείας. Η αξία της δεν εξαντλείται στη γλωσσική δεξιοτεχνία ούτε στη θεματολογική της ιδιαιτερότητα. Βρίσκεται κυρίως στη συνέπεια με την οποία οικοδομεί έναν απολύτως αναγνωρίσιμο ποιητικό κόσμο, όπου η θεολογική εμπειρία, η υπαρξιακή αγωνία και η αισθητική πειθαρχία συνυπάρχουν δημιουργικά.
Τα Ανακαλυπτήρια δεν διεκδικούν την ευκολία της αποδοχής. Διεκδικούν κάτι δυσκολότερο: τη διάρκεια. Είναι από εκείνες τις συλλογές που συνοδεύουν τον αναγνώστη πολύ μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, επειδή τα ποιήματά τους εξακολουθούν να εργάζονται μέσα στη μνήμη. Κάθε επιστροφή στις σελίδες τους λειτουργεί ως νέο ανακαλυπτήριο· όχι μόνο του κειμένου αλλά και του ίδιου του αναγνώστη.
Αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το ασφαλέστερο κριτήριο της γνήσιας ποίησης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου