© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Η μακρά σκιά της αυτοκρατορίας. Από τη ρωσική πολιτική των Ορλωφικών στον 21ο αιώνα


Γράφει ο Φιλίστωρ

Η ιστορία αγαπά τις αναλογίες, όμως τιμωρεί τις εύκολες ταυτίσεις. Η Ρωσία της Αικατερίνης Β΄, που στα 1770 κατέβαζε τον στόλο της στη Μεσόγειο και αναζητούσε ερείσματα ανάμεσα στους ορθόδοξους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέχει περισσότερο από δυόμισι αιώνες από τη σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία. Άλλος κόσμος, άλλοι θεσμοί, άλλη έννοια συνόρων και κυριαρχίας, διαφορετικό διεθνές περιβάλλον. Κι όμως, διαβάζοντας τη μελέτη του Νικολάου Π. Καποδίστρια, Αρχοντική εξουσία και τσαρική επιρροή στο βενετικό Ιόνιο. Η οικογένεια Μακρή και τα «Ορλωφικά» (1770), δύσκολα αποφεύγει κανείς ένα ερώτημα που υπερβαίνει τον 18ο αιώνα: πώς μια μεγάλη δύναμη μετατρέπει την κοινή πίστη, την ιστορική συγγένεια και τις προσδοκίες μικρότερων λαών σε εργαλεία της δικής της γεωπολιτικής;

Η διατριβή, ευτυχώς, αποφεύγει να διαβάσει τα Ορλωφικά μέσα από μεταγενέστερα εθνικά σχήματα. Η Ρωσία εισέρχεται στον χώρο της νοτιοανατολικής Ευρώπης ως ανερχόμενη αυτοκρατορική δύναμη, σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και με σαφές ενδιαφέρον για τη Μεσόγειο. Οι Ρώσοι πράκτορες αναζητούν επαφές, συνομιλητές, τοπικά δίκτυα και ανθρώπους με επιρροή. Στη Ζάκυνθο βρίσκουν έναν τέτοιο άνθρωπο στον Ιωάννη Μακρή, έναν από τους ισχυρότερους άρχοντες του νησιού, επικεφαλής ευρύτατου δικτύου εξαρτωμένων και ικανό να κινητοποιήσει ανθρώπους από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Η έρευνα τον παρουσιάζει ως έναν από τους βασικούς συνομιλητές των Ρώσων πρακτόρων πριν από την έκρηξη των Ορλωφικών.

Εδώ αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα η ιστορία. Διότι η σχέση αυτή απέχει πολύ από μια απλή αφήγηση σύμφωνα με την οποία η ορθόδοξη Ρωσία προσέρχεται για να βοηθήσει τους ορθόδοξους πληθυσμούς της Ανατολής και εκείνοι ανταποκρίνονται ενθουσιωδώς. Η διατριβή αποκαλύπτει έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο. Ακόμη και μέσα στην ίδια τη φατρία των Μακρήδων, η προσδοκία από τη Ρωσία είχε διαφορετικό περιεχόμενο. Για τον γηραιό κόντε Ιωάννη Μακρή, επισημαίνεται χαρακτηριστικά, οι Ρώσοι ενδέχεται να αποτελούσαν πρωτίστως τη δύναμη που θα τον βοηθούσε να επικρατήσει οριστικά απέναντι στην αντίπαλη οικογένεια Κομούτου. Για άλλους η στροφή προς τη Ρωσία μπορούσε να συνδέεται με ευρύτερες πολιτικές ή ιδεολογικές προσδοκίες.

Αυτό ακριβώς αποτελεί ένα από τα πιο γόνιμα σημεία της μελέτης: η μεγάλη δύναμη και ο μικρός τοπικός παράγοντας χρησιμοποιούν συχνά ο ένας τον άλλον, έχοντας διαφορετικούς τελικούς σκοπούς. Η Ρωσία χρειάζεται τοπικά ερείσματα. Ο Μακρής χρειάζεται έναν ισχυρό εξωτερικό σύμμαχο. Οι χωρικοί που περνούν στην Πελοπόννησο έχουν με τη σειρά τους δικά τους κίνητρα. Αρκετοί βρίσκονται αντιμέτωποι με χρέη, προστύχια και τοκογλυφικό δανεισμό, ενώ η διακοπή των εξαγωγών σιταριού από την Πελοπόννησο είχε οξύνει την κοινωνική δυσφορία ήδη από το 1769. Κάτω λοιπόν από μία φαινομενικά ενιαία «ρωσική προσδοκία» συνυπάρχουν διαφορετικές επιθυμίες: πολιτική ισχύς, κοινωνική διαφυγή, οικονομική ελπίδα, θρησκευτική εγγύτητα, ίσως και η προσδοκία μιας νέας τάξης πραγμάτων.

Εδώ θα ήταν δελεαστικό να μεταπηδήσουμε κατευθείαν στο σήμερα. Θα ήταν και ιστορικά επισφαλές. Η τσαρική Ρωσία του 18ου αιώνα ήταν μια αυτοκρατορία μέσα σε έναν κόσμο αυτοκρατοριών. Η έννοια της εθνικής κυριαρχίας είχε διαφορετικό περιεχόμενο, το σύγχρονο διεθνές δίκαιο απουσίαζε και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμετώπιζαν τον πόλεμο, την εδαφική επέκταση και τις σφαίρες επιρροής ως συνηθισμένα μέσα πολιτικής. Γι’ αυτό και η Ρωσία της Αικατερίνης και η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν ούτε ταυτίζονται ούτε μπορούν να κριθούν με απολύτως όμοιους ιστορικούς όρους.

Υπάρχει, ωστόσο, μια αναλογία μηχανισμών που αξίζει να μελετηθεί.

Η Ρωσία του 18ου αιώνα αντιλαμβάνεται ότι η κοινή ορθόδοξη πίστη μπορεί να δημιουργήσει δεσμούς με πληθυσμούς που βρίσκονται έξω από τα σύνορά της. Η θρησκευτική συγγένεια αποκτά έτσι και πολιτική χρησιμότητα. Η υπόσχεση προστασίας μπορεί να γεννήσει προσδοκίες· οι προσδοκίες να δημιουργήσουν δίκτυα· και τα δίκτυα να αποκτήσουν στρατηγική αξία. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στη μετάβαση από το «είμαστε ομόδοξοι» στο «άρα τα πολιτικά μας συμφέροντα μπορούν ή πρέπει να συμπέσουν».

Στον 21ο αιώνα το λεξιλόγιο μεταβάλλεται, ενώ ορισμένοι μηχανισμοί παρουσιάζουν αξιοπρόσεκτες ομοιότητες. Στη σύγχρονη ρωσική ρητορική για την Ουκρανία χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά η κοινή ιστορία, η πολιτισμική εγγύτητα, η κοινή ορθόδοξη κληρονομιά και κυρίως η ιδέα των Ρώσων και των Ουκρανών ως «ενός λαού». Σύγχρονη πολιτική έρευνα έχει μελετήσει ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από μια ηπιότερη προσπάθεια επιρροής μέσω της «αδελφοσύνης» και της κοινής ιστορίας σε μια ολοένα περισσότερο εξαναγκαστική πολιτική, ιδιαίτερα μετά το 2014 και, με στρατιωτική πλέον μορφή, από το 2022.

Η ομοιότητα επομένως βρίσκεται λιγότερο στα γεγονότα και περισσότερο στη χρήση του παρελθόντος ως πολιτικού κεφαλαίου. Μια μεγάλη δύναμη προβάλλει δεσμούς που είναι πραγματικοί —θρησκευτικούς, πολιτισμικούς, ιστορικούς— και τους εντάσσει σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό αφήγημα. Το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν η πολιτισμική συγγένεια αρχίζει να θεωρείται ότι συνεπάγεται πολιτική συγκατάθεση. Σύγχρονες μελέτες επισημαίνουν ακριβώς αυτή την ένταση στην περίπτωση της Ουκρανίας: η αναγνώριση κοινών ιστορικών και πολιτισμικών δεσμών από σημαντικό μέρος των Ουκρανών ουδέποτε σήμαινε κατ’ ανάγκην αποδοχή πολιτικής υπαγωγής ή περιορισμού της κρατικής κυριαρχίας.

Και εδώ η σύγκριση με τα Ορλωφικά αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διότι και το 1770 οι άνθρωποι που προσδοκούσαν κάτι από τη Ρωσία προσδοκούσαν συχνά διαφορετικό πράγμα από εκείνο που επιδίωκε η ίδια η Ρωσία. Ο Μακρής είχε τη δική του ατζέντα. Οι Ζακυνθινοί χωρικοί τις δικές τους ανάγκες. Οι εξεγερμένοι της Πελοποννήσου τις δικές τους ελπίδες. Η Αγία Πετρούπολη, πάλι, είχε έναν πόλεμο να κερδίσει και μια αυτοκρατορική παρουσία να εδραιώσει στη Μεσόγειο. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των μικρών και στους σχεδιασμούς των μεγάλων είναι ίσως από τα πιο διαχρονικά μαθήματα της ιστορίας.

Υπάρχει ακόμη μία ουσιώδης διαφορά. Το 1770 βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου η αυτοκρατορία αποτελούσε αποδεκτή πολιτική μορφή. Σήμερα η διεθνής τάξη θεμελιώνεται, τουλάχιστον θεσμικά, στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών. Γι’ αυτό και η σύγχρονη ρωσική στρατιωτική δράση στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται σε διαφορετικό νομικό πλαίσιο από τις συγκρούσεις του 18ου αιώνα. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έχει επανειλημμένα καταδικάσει τη ρωσική εισβολή και τις απόπειρες αλλαγής του εδαφικού καθεστώτος της Ουκρανίας διά της βίας. Η σημερινή ρωσική ηγεσία, από την πλευρά της, επικαλείται επιχειρήματα ιστορίας, ασφάλειας και αυτοδιάθεσης. Η διεθνής αντιπαράθεση γύρω από αυτά εκτυλίσσεται μέσα σε ένα νομικό και πολιτικό σύστημα άγνωστο στον κόσμο της Αικατερίνης.

Ίσως λοιπόν η πιο χρήσιμη σύγκριση ανάμεσα στο 1770 και στο σήμερα βρίσκεται αλλού. Οι αυτοκρατορίες αλλάζουν μορφή πολύ ευκολότερα απ’ όσο εγκαταλείπουν τη μνήμη της ισχύος τους. Κάθε εποχή κατασκευάζει τη δική της γλώσσα νομιμοποίησης: πίστη, προστασία, ιστορική συγγένεια, κοινή καταγωγή, ασφάλεια, απελευθέρωση. Πίσω από τις λέξεις παραμένει πάντοτε το βασικό ερώτημα της πολιτικής: ποιος αποφασίζει για ποιον;

Υπό αυτή την έννοια, η μελέτη του Νικολάου Π. Καποδίστρια υπερβαίνει τα όρια μιας οικογενειακής ιστορίας των Μακρήδων ή μιας ακόμη πραγματείας περί των Ορλωφικών. Φωτίζοντας με αρχειακή τεκμηρίωση τον τρόπο με τον οποίο η τσαρική πολιτική διείσδυε στα τοπικά δίκτυα του βενετικού Ιονίου, μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη μεγάλη γεωπολιτική την ώρα που εισέρχεται στην καθημερινότητα μιας μικρής κοινωνίας. Η διεθνής αντιπαράθεση γίνεται προσωπική φιλοδοξία, οικογενειακή διαμάχη, οικονομική ανάγκη, ελπίδα του χωρικού, φόβος της Βενετίας και προσδοκία αλλαγής.

Κι αυτό ίσως αποτελεί μία από τις πλέον σύγχρονες αναγνώσεις που επιτρέπει το ογκώδες αυτό βιβλίο. Ο ιστορικός παραμένει στο 1770 και υπηρετεί τα τεκμήριά του. Ο σημερινός αναγνώστης, όμως, γνωρίζει όσα μεσολάβησαν. Κοιτάζει τη Ρωσία της Αικατερίνης να κατεβαίνει στη Μεσόγειο, να αναζητεί συμμάχους, να αφυπνίζει ελπίδες και να αξιοποιεί συγγένειες πίστεως και συμφέροντος. Και ύστερα κοιτάζει τον χάρτη της Ευρώπης δυόμισι αιώνες αργότερα.

Οι εποχές απέχουν. Οι άνθρωποι άλλαξαν. Τα κράτη επίσης. Το ερώτημα της ισχύος, όμως, παραμένει ανησυχητικά αναγνωρίσιμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails