Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Επανέρχομαι στα "Ουκρανικά Εκκλησιαστικά. Το χρονικό του πολέμου" του φίλου Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, καθώς η πρώτη ανάγνωσή τους άφησε πίσω της περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα χωρούσαν σε μια πρώτη παρουσίαση. Τώρα, με κάποια απόσταση από τις πολλές ειδήσεις, τα πρόσωπα, τις δηλώσεις και τα γεγονότα που συνωθούνται στις σελίδες του τόμου, μου μένει κυρίως μια λέξη: ισχύς. Ίσως αυτή να αποτελεί ένα από τα κρυφά κλειδιά του βιβλίου.
Η ισχύς εμφανίζεται με πολλές μορφές. Στην Ουκρανία έχει όπλα, στρατούς, πυραύλους και κατεστραμμένες πόλεις. Στην Αφρική εμφανίζεται ως επέκταση εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας. Στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών χρησιμοποιεί διπλωματία, επιρροές και συμμαχίες. Και στον λεγόμενο «Ρωσικό Κόσμο» αποκτά ιδεολογικό περιεχόμενο, μια ολόκληρη αντίληψη περί ιστορίας, έθνους, Εκκλησίας και ιδιαίτερης αποστολής της Ρωσίας.
Αυτό ακριβώς με απασχολεί περισσότερο ύστερα από το ξανακοίταγμα των δημοσιευθέντων: τι συμβαίνει όταν η κοσμική ισχύς ζητεί εκκλησιαστική γλώσσα; Η εξουσία πάντοτε αναζητούσε τρόπους να δικαιώσει τον εαυτό της. Όταν όμως προσφεύγει στη θεολογία, τα πράγματα γίνονται λεπτότερα και πολύ πιο επικίνδυνα. Ένα κρατικό συμφέρον μπορεί τότε να παρουσιαστεί ως πνευματική αποστολή, μια γεωπολιτική επιδίωξη ως υπεράσπιση της πίστεως, ένας πόλεμος ακόμη και ως «ιερός».
Η λέξη «ιερός» δίπλα στη λέξη «πόλεμος» προκαλεί από μόνη της αναστάτωση. Ιερό είναι ό,τι ανήκει στον Θεό και αγιάζεται από την παρουσία Του. Ο πόλεμος αφήνει πίσω του νεκρούς, ακρωτηριασμένους, ορφανά, ξεριζωμένους ανθρώπους, σπίτια και ναούς ερειπωμένους. Πώς άραγε μπορεί όλη αυτή η συμφορά να περιβληθεί με ιερότητα; Εδώ η συζήτηση υπερβαίνει την πολιτική και την εκκλησιαστική διπλωματία. Φθάνει στην ίδια την εικόνα του Θεού που παρουσιάζουμε στον άνθρωπο.
Ο Χριστός του Ευαγγελίου, την ώρα της συλλήψεώς Του, θυμίζει στον Πέτρο ότι θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή Του «πλείους ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων». Κι όμως πορεύεται προς τον Σταυρό!!!... Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η στιγμή: η δυνατότητα της ισχύος παραχωρεί τη θέση της στην ελευθερία της θυσίας. Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε μέσα από αυτό το παράδοξο. Η παντοδυναμία φανερώθηκε ως αγάπη, η νίκη πέρασε μέσα από τον Γολγοθά και η Ανάσταση ήλθε ύστερα από την εκούσια κένωση.
Γι’ αυτό η σχέση Εκκλησίας και ισχύος παραμένει πάντοτε δύσκολη υπόθεση. Η Ιστορία έχει αρκετά παραδείγματα για το πόσο εύκολα η προστασία της Εκκλησίας από μια κοσμική εξουσία μπορεί να εξελιχθεί σε εξάρτηση από αυτήν. Και η εξάρτηση, με τη σειρά της, μπορεί να οδηγήσει σε κάτι ακόμη βαρύτερο: η Εκκλησία να αρχίσει να προσφέρει στην εξουσία ό,τι εκείνη από μόνη της αδυνατεί να αποκτήσει — ιερότητα.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο καταλαβαίνω καλύτερα και τη θεωρία του «Ρωσικού Κόσμου». Θα μπορούσε κανείς να μιλά για έναν ρωσικό πολιτισμικό κόσμο, όπως μιλά για τόσους πολιτισμούς που πρόσφεραν πολύτιμους καρπούς στην ανθρωπότητα. Η μεγάλη ρωσική λογοτεχνία, η μουσική, η θεολογία, οι Άγιοι και οι ασκητές της Ρωσίας αποτελούν πλούτο της οικουμενικής χριστιανικής παραδόσεως. Η δυσκολία αρχίζει όταν η πολιτισμική συγγένεια μετατρέπεται σε εκκλησιαστική διεκδίκηση και η πνευματική κληρονομιά επιστρατεύεται για τη θεμελίωση μιας ευρύτερης σφαίρας επιρροής.
Από εδώ φωτίζεται διαφορετικά και ό,τι συμβαίνει στην Αφρική. Το ζήτημα υπερβαίνει πλέον μια διαφωνία δύο Πατριαρχείων. Αγγίζει τον τρόπο, με τον οποίον, αντιλαμβανόμαστε τα όρια της Εκκλησίας. Αν η εθνικότητα αρκεί για να ακολουθεί μια Εκκλησία τους ομοεθνείς της οπουδήποτε στη γη, η κανονική γεωγραφία αρχίζει να χάνει το νόημά της. Και μαζί της επιστρέφει, με άλλη μορφή και άλλο λεξιλόγιο, ο παλαιός πειρασμός του εθνοφυλετισμού.
Η Εκκλησία έχει μιαν άλλη πρόταση. Στην Πεντηκοστή οι γλώσσες παραμένουν πολλές, όμως όλοι ακούν «τα μεγαλεία του Θεού». Η ενότητα γεννιέται χωρίς να εξαφανίζεται η ιδιαιτερότητα. Έλληνας, Ρώσος, Ουκρανός, Σέρβος, Ρουμάνος, Άραβας ή Αφρικανός φέρει την πατρίδα και την παράδοσή του, ενώ μέσα στην Ευχαριστία (και δι' Αυτής) καλείται να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του άλλου τον αδελφό. Η Εκκλησία αγκαλιάζει τα έθνη· δυσκολεύεται όταν ένα έθνος επιχειρεί να αγκαλιάσει την Εκκλησία τόσο σφιχτά, ώστε να την κάνει δική του.
Μου έμεινε από το βιβλίο και κάτι ακόμη, ίσως περισσότερο οδυνηρό: η στάση όσων προτίμησαν τη σιωπή. Η σιωπή έχει ασφαλώς και την δική της πνευματικότητα. Οι Πατέρες την αγάπησαν, οι ασκητές την αναζήτησαν, η προσευχή συχνά γεννιέται μέσα της. Υπάρχει όμως και μια άλλη σιωπή, εκείνη που εμφανίζεται μπροστά στην ιστορική ευθύνη. Εκεί τα πράγματα αλλάζουν.
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες και η σιωπή μιλά. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που υποφέρει, σε έναν λαό που αιμορραγεί, σε μια θεολογία που επιχειρεί να περιβάλει τον πόλεμο με ιερότητα, η ουδετερότητα αποκτά βάρος. Η εκκλησιαστική ειρήνη είναι πολύτιμη· ακόμη πολυτιμότερη όμως είναι η αλήθεια από την οποία η ειρήνη αντλεί το περιεχόμενό της.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μία ακόμη προσφορά των Ουκρανικών Εκκλησιαστικών. Ο Ανδριόπουλος επιμένει να ονομάζει τα πράγματα. Αυτή η παρρησία χαρακτηρίζει άλλωστε τη γραφή του εδώ και χρόνια. Στον συγκεκριμένο τόμο αποκτά μεγαλύτερη σημασία, επειδή όσα γράφτηκαν χωριστά, μέσα στη δίνη της καθημερινής επικαιρότητας, βρίσκονται πλέον συγκεντρωμένα και σχηματίζουν μια ακολουθία. Η μία ψηφίδα πλησιάζει την άλλη και η εικόνα γίνεται καθαρότερη.
Έχει επίσης σημασία ότι η κριτική του συγγραφέα προς τη σημερινή εκκλησιαστική πολιτική της Μόσχας συνυπάρχει με την αγάπη του για τον ρωσικό πολιτισμό. Κρατώ ιδιαίτερα αυτή τη διάκριση. Άλλο η Ρωσία και άλλο η ιδεολογία του «Ρωσικού Κόσμου». Ο Ντοστογιέφσκι, ο Τσέχωφ, ο Ραχμάνινοφ, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ και τόσες άλλες μεγάλες μορφές της ρωσικής ψυχής χωρούν σε πολύ ευρύτερο ορίζοντα από οποιαδήποτε σύγχρονη πολιτική κατασκευή. Η αληθινή αγάπη προς έναν πολιτισμό επιτρέπει και την αγωνία για την εργαλειοποίησή του.
Από αυτή την άποψη αποκτά ξεχωριστό νόημα και το ιστορικό βάθος που προσφέρει το επίμετρο για τα Ελληνορωσικά. Η σημερινή κατάσταση έχει ρίζες. Πρόσωπα, περιστάσεις και μέθοδοι αλλάζουν· ο πειρασμός της εκκλησιαστικής επιρροής μέσω της εθνικής και πολιτικής ισχύος εμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές με διαφορετικές μορφές. Η Ιστορία, όταν διαβάζεται προσεκτικά, γίνεται καθρέφτης μάλλον παρά αρχείο.
Τελειώνοντας αυτές τις δεύτερες σκέψεις, αισθάνομαι ότι τα Ουκρανικά Εκκλησιαστικά θέτουν τελικά ένα ερώτημα ευρύτερο από την ίδια την Ουκρανία. Αφορά στη Ρωσία, το Φανάρι, την Αφρική, τις κατά τόπους Εκκλησίες, αλλά τελικά αφορά σε κάθε χριστιανό: πού αναζητεί η Εκκλησία τη δύναμή της;
Ο κόσμος γνωρίζει την δύναμη των όπλων, του χρήματος, των συνόρων, της διπλωματίας, των αριθμών και των συμμαχιών. Η Εκκλησία έλαβε εξαρχής μια δύναμη άλλης τάξεως. Την δύναμη ενός Εσταυρωμένου.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επίκαιρη παρατήρηση που μου άφησε τελικά το βιβλίο του φίλου Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου: κάθε φορά που η Εκκλησία πλησιάζει πολύ την κοσμική ισχύ, χρειάζεται να κοιτάζει πάλι προς τον Γολγοθά. Εκεί θυμάται ποια είναι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου