Στη μνήμη της ζωγράφου Μαρίας Ρουσέα (+4.10.2026)
Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια
Η Μαρία έζησε έναν ολόκληρο αιώνα. Εκατό χρόνια ζωής, κι όμως, καθώς τη συλλογίζομαι τώρα που έφυγε, εκείνο που έρχεται πρώτο στον νου μου είναι η νεότητά της. Μια παράξενη, επίμονη νεότητα, ίδια μ’ εκείνη που κατοικούσε πάντοτε στα έργα της.
Μέσα σ’ αυτόν τον μακρύ βίο χώρεσε η Ζάκυνθος πριν και μετά τον Σεισμό, τα ερείπια και οι αναστάσεις της, η Αθήνα, η Ρώμη, τα ταξίδια, τα εργαστήρια, οι εικόνες που πέρασαν από τα χέρια της για να ξαναβρούν το πρόσωπό και το αρχαίο κάλλος τους, και μαζί ένας ολόκληρος δικός της πληθυσμός: κορίτσια, άλογα, γοργόνες, άγγελοι, καβαλάρηδες, τοπία, σώματα αιωρούμενα, όνειρα με πόδια και φτερά.
Τη Μαρία τη γνώρισα από παλιά. Τόσο παλιά, ώστε η φιλία μας έχασε κάποτε την ανάγκη της χρονολόγησης. Από παιδί ακόμη με συνέπαιρνε εκείνος ο παράξενος κόσμος της. Αργότερα, έγραψα κάπου για «φυγόκεντρη διάθεση» της τέχνης της. Σήμερα η λέξη μού φαίνεται σχεδόν προφητική. Όλα στη ζωγραφική της έχουν μια κρυφή φορά προς τα έξω και προς τα πάνω. Πατούν στη ζακυνθινή γη και συνάμα ετοιμάζονται για αναχώρηση, σαν να κρατούν πάντοτε ένα φτερό διαθέσιμο για την κατάλληλη ώρα.
Η Μαρία γνώριζε καλά και τη φθορά. Ως συντηρήτρια έργων τέχνης εργάστηκε χρόνια πάνω σε πληγωμένες μορφές και χρώματα θαμπωμένα από τον χρόνο. Μου αρέσει σήμερα να σκέφτομαι αυτή την πλευρά της: έσκυβε πάνω στα παλαιά έργα και αναζητούσε το αρχικό τους φως. Καθάριζε τον χρόνο για να φανεί πάλι ένα πρόσωπο. Ίσως κάπως έτσι εργαζόταν και η ζωγράφος μέσα της, αναζητώντας πίσω από τα φαινόμενα μιαν άλλη όψη των πραγμάτων.
Κάποτε η ζωγραφική της μπήκε στα βιβλία μου. Ζωγράφισε για ποιήματά μου κι εγώ έγραψα ποιήματα για εκείνη. Ήταν μια συνομιλία δεκαετιών, με λέξεις από τη μια πλευρά και γραμμές από την άλλη. Το Ενύπνιο μετά τρούλου, Του Βαγιώνε το αλογάκι, η Παναγία Βιγλατόρισσα πέρασαν έτσι από τον λόγο στην εικόνα και πάλι πίσω. Ο ένας άφηνε στον άλλον λίγο χώρο για να κάμει το δικό του.
Το 1980, πολύ νέος ακόμη, της έγραφα: «Ωω, θάνατε, των άλλων μου αισθήσεων απαρχή» και λίγο παρακάτω: «θα ιδωθούμε στην ώρα του επόμενου ήλιου». Τότε ο θάνατος χωρούσε ακόμη εύκολα μέσα στο ποίημα. Σαράντα έξι χρόνια αργότερα, οι ίδιες λέξεις επιστρέφουν αλλιώτικες. Πέρασαν από πάνω τους άνθρωποι, χαρές, αποχαιρετισμοί, σεισμοί εσωτερικοί, μια ολόκληρη ζωή. Ο «επόμενος ήλιος» αποκτά τώρα το πλήρες βάρος του.
Το 2005 τής έγραψα για το «άσπρο μαύρο φως». Το 2021 οι λέξεις εκείνες έγιναν τίτλος της αναδρομικής έκθεσής της στο «Αληθώς», στην Ενοριακή Βιβλιοθήκη του Μπανάτου. Σαν να επέστρεφαν στον άνθρωπο που τις είχε προκαλέσει. Εκεί συναντήθηκαν έργα από διαφορετικές εποχές της μακράς δημιουργικής πορείας της, κουβαλώντας ακόμη εκείνη τη φρεσκάδα που πάντοτε αναγνώριζα στη Μαρία.
Τώρα όλα αυτά αλλάζουν θέση.
Οι εικόνες της μένουν και μας κοιτάζουν. Τα κορίτσια εξακολουθούν τις μυστικές ηλικίες τους. Οι γοργόνες κρατούν το αίνιγμά τους. Ο φτερωτός καβαλάρης συνεχίζει την αέναη διαδρομή του. Η Ζάκυνθος του Σεισμού κουβαλά τη ρωγμή της. Το αλογάκι του Βαγιώνε περιμένει μιαν άλλη Λαμπρή. Κι εκείνη περνά στην περιοχή της μνήμης, έχοντας αφήσει πίσω της έναν κόσμο ολόκληρον, αναγνωρίσιμο από την πρώτη γραμμή του χρωστήρα της.
Κι εμείς, οι φίλοι απ’ τα παλιά, φιγούρες μιας μεγάλης νωπογραφίας που ο χρόνος σιγά σιγά αποτοιχίζει, θα τη συναντούμε όπου άφησε κάτι από τον εαυτό της: σ’ ένα κορίτσι που κοιτάζει αλλού, σε μια γοργόνα που ξέφυγε από τη θάλασσα, σ’ ένα μαύρο που γεννά άσπρο φως.
Και ίσως κάποια Κυριακή των Βαΐων, μέσα στην αθωότητα μιας παλιάς ζακυνθινής συνήθειας, ένα παιδί να πλέξει πάλι αλογάκια του βαγιώνε. Τότε, κάπου ανάμεσα στο παιχνίδι και στην Ανάσταση, θα περάσει για μια στιγμή κι εκείνη.
Αμέριμνη πια! Γιατί τώρα, Μαρία μου, πιο Ψήλωμα δεν έχει. Καλό μας αντάμωμα στην ώρα του επόμενου ήλιου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου