© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Γιώργος Λέκκας, «Χάρτινα Δέντρα»

Εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009, σσ. 90, ISBN: 978- 960-527-529-7 (μακέτα εξωφύλλου Γιάννης Αλεξάκης)

Τα «Χάρτινα Δέντρα» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή ενός αξιόλογου επιστήμονα: του κυρίου Γιώργου Λέκκα*. Προσωπικά είχα την τύχη να τον γνωρίσω, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Και ενώ η συζήτηση περιεστράφη γύρω από θέματα παιδαγωγικής και αντικειμένου διδασκαλίας, πολύ γρήγορα ξέφυγε από τα τετριμμένα και τις συναδελφικές αβρότητες και οδηγήθηκε σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Όπως ήταν επόμενο ακολούθησε η ποίηση, «ως πνευματική εμπειρία με έδρα της την καρδιά». Το τελευταίο υποστήριζε με σθένος και σαν δήλωση το είδα να επαναλαμβάνεται στις πρώτες σελίδες της καθ’ όλα προσεγμένης ποιητικής του συλλογής. Το σύνολο της δουλειάς του αφιερώνεται «σ’ ότι αγαπά» και συμπληρώνει με πάθος: «Παραδόσου, ψυχή μου, / προτού σ’ τα πάρει όλα / ο τυμβωρύχος χρόνος». Σύμφωνα ίσως με την επιστημονική του ιδιότητα, όπου επικρατεί η λογική σκέψη - απόρροια των νομικών και φιλοσοφικών του σπουδών- η ποίηση εδράζεται στον κόσμο των αισθήσεων και αντιμέτωπη με την νομοτέλεια του θανάτου παίζει με λέξεις και εικόνες ανοιξιάτικες, με έντονα λυρικά στοιχεία και έναν διακριτό ερωτισμό. Και φυσικά δεν τσιγκουνεύεται στα συναισθήματα. Θα έλεγα μάλιστα ότι παραπάνω από το λίγο τα ερεθίζει και τα περιγράφει με έντονα χρώματα και αρκετές αποκαλύψεις: «Βγήκα / να ζητιανέψω / για την ψυχή σου / τα ψυχουλάκια / απ’ το γαλάζιο / που μας τυλίγει / κι αν θα ζητήσεις / να ξεδιψάσεις, / να βρέξει φως» (σ. 13). Στο αντικείμενο του πόθου του ομολογεί: «Κάθε αστέρι / που μας βλέπει / σ’ αγαπώ» (σ. 15) , εκμυστηρεύεται: «Το δάσος ξέρει / γιατί μας πόνεσαν / και ποιοι, / μα το κακό τους / δεν το θέλει» (σ. 17), συμβουλεύει: «Και να θυμάσαι / δεν έχει τόπο / για να βρεις / τους άλλους / παρά μόνο / μέσα σου» (σ. 19). Μοιράζεται σκέψεις: «Τόσα χρόνια στα θρανία / κι ούτ’ ένα μάθημα προετοιμασίας / για την αβάσταχτη πλευρά της ζωής» (σ. 20) και καταγράφει εκ νέου τις έννοιες: «ΓΟΗΤΕΙΑ / Σε γοητεύει / όπως το δάσος, / όχι / με κάτι / που κάνει, / αλλά / και μόνο / που είναι» (σ. 21). Άλλωστε: «Δεν παραιτείται / πριν η καχύποπτη καρδιά σου / ζαλιστεί / και στο τραγούδι αυτό / που τη μεθάει / ενδώσει» (σ. 22) και δηλώνει: «ΣΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ … ν’ αγαπούσα / κι εγώ / σαν τα δένδρα / υπομονετικά,  / σιωπηλά / κι ισοβίως,…» (σ. 23-4). 

Μερικές φορές σε αυτόν τον αόριστο διάλογο αυτοσαρκάζεται: «Τελικά / θα πρέπει / να ’μαι κάτι / εξαιρετικά ενδιαφέρον / για να με περιφέρουν / με τόση επιμονή / οι μύγες» (σ. 25), εξομολογείται: «Αν με το φεγγάρι / κοιμηθείς ποτέ, /αγκαλιά μαζί του, / ξαναγίνεσαι / το παιδί π’ αγάπησε / μια μελαχρινή / και δε θα γεράσει / πριν την ξαναβρεί» (σ. 26), παίζει με ζωγραφιές: «Ζαχαρένια συννεφάκια / που κοιτούν / για τη μοίρα/ των ανθρώπων απορούν» (σ. 28), «Βρεγμένα φως πως σειούνται τα κλαδιά / να τα χαζεύει το φεγγάρι από ψηλά» (σ. 30).

Το φως, ο αέρας, το φεγγάρι, παίζουν με τα ανθρώπινα συναισθήματα (σ. 31) και σαν θέατρο: «Γεμάτο Απόκριες / που 'ναι η ζωή μας, / μα έλα που δεν μπορείς / να τις φορέσεις / όλες τις μάσκες μαζεμένες» (σ. 32). Ένα θέατρο που ο σκηνογράφος εστιάζει στο σώμα του πόθου: «Και στο σώμα σου / χάνομαι. / Στις λιμνούλες σου πλάι / στήνω σκηνή / βαδίζω, / κολυμπάω / και χάνομαι» (σ. 34-5), οδηγώντας στην «Αυτογνωσία» (σ. 36-7) και εικόνες απόλυτα προσωπικές: «Ουρανέ μου, / τη νύχτα / εικονοστάσι των άστρων / και την ημέρα / το περιβόλι των σύννεφων» (σ. 38). Εκεί: « …καταργεί τις αποστάσεις / όπως φυσάει στην ψυχή μου / και σβήνει χρόνια» (σ. 41) και ο χρόνος καταργείται εμπρός στην αγάπη: «Άνοιξη» (σ. 42–3). Όσο κι αν το «Θνητό φως» (σ. 44-5) είναι καθρέφτης θανάτου, η «Ελένη» (σ. 47-8), ενσάρκωση του έρωτα, περιγελά το μάταιο και η «Ζωή κι ο θάνατος» (σ. 49-50) σαν δύο στιγμές μιας ίδιας ύπαρξης, απομένουν σφιχτά ενωμένες ενώπιον της πύλης του Άδη, στον Αχέροντα. Ακολουθεί το συμπέρασμα: «Να το θυμάσαι / μόνο στον κήπο της καρδιάς του / χορταίνει ο άνθρωπος / κι έξω απ’ τον κήπο της πεθαίνει» (σ. 52). Αυτό είναι χάρισμα μόνο στο «ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ» (σ.53) που όσο και «ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ» (σ. 54) κι αν είναι, μόνο αυτό μπορεί να δει και να νοιώσει το «ΑΦΙΛΗΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ» (σ. 55). «Μα έλα / που συνηθίζουν τη φθορά / οι ζωντανοί, / γι’ αυτό και ζουν / τόσο συχνά / σαν πεθαμένοι» (σ. 56). Το παιδί όμως επιμένει «…να γίνω τμήμα αυτής της ομορφιάς / που ανακυκλώνει τον εαυτό της διαρκώς / κι εντούτοις νιώθεται» (σ. 57) και η κάθε μέρα θα είναι : «ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΜΕΡΑ» (σ. 58) και «…μες στο φως, αγάπη μου, / που θα τρελάνει τελικά / και τα τζιτζίκια» (σ. 59). Εκεί τα «ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ» (σ. 60) ανασταίνονται και «…με λίγη τύχη αρκεί / να πιάσω τα άστρα» (σ. 61) και η «ΑΝΑΠΑΥΣΗ» ορίζεται ποιητικά: «Άφησε το χιόνι / τα νυφιάτικά του / στο αδειανό παγκάκι, / έγειρε στο πλάι / και κοιμήθηκε» (σ. 62). Το «ΛΕΥΚΟ» στο τέλος νικάει πάντα (σ. 63) και η μοναξιά νικιέται σαν «…δέντρα που ακουμπιούνται» (σ. 64), σε ένα κόσμο που: «θε μου, αν εξαιρέσεις το κακό, / αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να 'ναι / η βασιλεία σου» (σ. 65).

«Κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος / ό,τι ευτύχησαν να δουν τα μάτια του / παρελαύνει με εξόδιο βήμα στο πλάι του» (σ. 66), τονίζει ο ποιητής και αφού φωτογραφίζει στιγμές από την παιδική ηλικία στη «ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΜΕ ΠΟΝΑΕΙ» (σ. 67), θλίβεται από αγάπες που έφυγαν («ΚΥΜΑ ΤΟ ΚΥΜΑ», σ. 68), παρακαλεί τον άνεμο: «Φύσαε και παρ’ τα μου όλα, /μέχρι την πιο αθώα σκέψη, / ώσπου να ξαναγεννηθώ / με νοημοσύνη δέντρου / και πια να μην σε τρέμω , αέρα, / όσο κι αν δέρνεις τα κλαδιά μου» (σ. 69). «ΕΙΣ ΑΡΠΑΓΜΟΝ ΝΟΟΣ» (σ. 70-1) επομένως ώστε να επέλθει η «ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ» (σ. 72-3) και η ανακούφιση στο «ΛΥΠΗ ΜΟΥ» (σ. 74). Μετά «ΑΣ ΚΟΙΤΑΧΤΟΥΜΕ ΛΙΓΟ» (σ. 75) και ας συμφιλιώσουμε στην «ΑΝΤΑΜΩΣΗ» (σ. 76-7) με τον εαυτό μας και να μπούμε στο τοπίο με τρόπο μυστικό: «…Αόρατος, / για να μην αλλάξει / η γεωμετρία του / …Ακροποδητί, / για να μην ταράξεις τη γη των νεκρών σου/ …και φιλάνθρωπα, / για να δεις πως ξαναγίνεται / συνέχεια μες στο φως» (σ. 78-9). Εδώ δεν υπάρχει τάξη γιατί «…Κάθε φορά που θα μπει κάτι σε τάξη, / το τελειώνεις σα να του δίνεις / οριστικά το νόημά του. / Ευλογημένη η αταξία της ζωής μας» (σ. 80), όχι όμως και η αστοχία, όπως περιγράφεται στην «ΠΑΡΝΗΘΑ» (σ. 81-3) με την ανθρώπινη αδυναμία στο απόγειο της. Η «ΘΑΛΑΣΣΑ ΔΕΝΤΡΑ» (σ. 84 – 86) και το «ΕΞΟΔΙΟ» (σ. 87) κλείνουν αυτήν την καλοδουλεμένη συλλογή.

Νομίζω ότι ο ποιητής υπόσχεται πολλά και φυσικά εμείς του ευχόμαστε ποιητικό οίστρο με πλήθος καρπών και όμορφων βιβλίων. Όσο για την αυτοκριτική του μεταφέρουμε εδώ αυτούσιο το Εξόδιο : «Αργός / στροβιλισμός/ τοπίου/ κωνοφόρων δέντρων / γύρω / απ’ το ζεστό / προσώρας / πτώμα, /μάλλον / νεαρού / ακόμη / άντρα, / σαφώς / ανέτοιμου / για να γεράσει» και φυσικά τον επαινούμε.

Για την κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Μαγριπλής

--------------------------------------------------------------------------------
* Περισσότερα για τις σπουδές και το έργο του βλ. ενδεικτικά http://www.perizitito.gr/authors.php?authorid=13576

2 σχόλια:

youlia olomplava είπε...

Ἴδετε τὴν συκῆν καὶ πάντα τὰ δένδρα. 30 ὅταν προβάλωσιν ἤδη, βλέποντες ἀφ' ἑαυτῶν γινώσκετε ὅτι ἤδη ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν· 31 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 32 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται. 33 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.

Δρ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΛΕΚΚΑΣ είπε...

Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή κ. Δημήτρη Μαγριπλή που έτεινε "ευήκοον ους" στην πιο μουσική πλευρά της ψυχής μου. Γιώργος Λέκκας.

Follow by Email

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails