Γραφές του Οδυσσέα Ελύτη στον Παναγιώτη Καποδίστρια
Μια ποιητική σχέση μέσα από ανέκδοτες επιστολές, σημειώσεις και αφιερώσεις
Του Σταύρου Καστρίτη, πτ. Φιλολογίας
Υπάρχουν πνευματικές σχέσεις που καταγράφονται
θορυβωδώς και άλλες που αφήνουν πίσω τους λίγα χαρτιά, μερικές χειρόγραφες
λέξεις, έναν φάκελο, μια αφιέρωση σ’ ένα βιβλίο. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η
σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τον ζακύνθιο ποιητή Παναγιώτη Καποδίστρια, σήμερα
ιερωμένο και Πρωτοπρεσβύτερο του Οικουμενικού Θρόνου. Μια σχέση που άρχισε όταν
ο Καποδίστριας ήταν ακόμη πολύ νέος και η οποία τεκμηριώνεται από την
αλληλογραφία τους, από χειρόγραφες σημειώσεις του νομπελίστα ποιητή και από
προσωπικές αφιερώσεις του σε βιβλία.
Τα τεκμήρια αυτά παρουσιάστηκαν συστηματικά το 1997
από τον ποιητή και μελετητή, φιλόλογο Διονύση Σέρρα, σε εκτενές μελέτημα τα
«Επτανησιακά Φύλλα» (και μετά σε ανάτυπο) [διαβάστε εδώ:
https://www.parathemata.com/2025/03/blog-post_20.html], με τίτλο «Ανέκδοτες
επιστολές, σημειώσεις και αφιερώσεις του Οδυσσέα Ελύτη στον Παναγιώτη
Καποδίστρια». Ήδη ο τίτλος της μελέτης είναι αποκαλυπτικός: πρόκειται για
ένα μικρό σώμα πρωτογενούς υλικού, το οποίο φωτίζει αφενός μια άγνωστη σχετικά
πλευρά της επικοινωνίας του Ελύτη με έναν νεότερο ποιητή και αφετέρου κάτι από
τον ίδιο τον χαρακτήρα του Ελύτη στις ιδιωτικές του σχέσεις.
Η επικοινωνία τους ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας
του 1980. Ο Παναγιώτης Καποδίστριας, φοιτητής τότε στην Πάτρα και ήδη
στραμμένος προς την ποίηση, είχε αποστείλει ποιήματά του στον Ελύτη, ζητώντας
την κρίση του. Θα μπορούσε μια τέτοια αποστολή να μείνει αναπάντητη, όπως τόσες
επιστολές νέων δημιουργών προς καταξιωμένους συγγραφείς. Ο Ελύτης, όμως,
απάντησε. Η πρώτη σωζόμενη επιστολή του φέρει ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1981
και αποτελεί κάτι περισσότερο από μια πράξη φιλοφρόνησης: φανερώνει ότι ο
μεγάλος ποιητής διάβασε τα ποιήματα του νεαρού Καποδίστρια και θέλησε να
επικοινωνήσει μαζί του γι’ αυτά.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσία αυτής της σχέσης.
Ανάμεσα στους δύο υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας, εμπειρίας και λογοτεχνικής
καταξίωσης. Από τη μια ο Ελύτης, ήδη κορυφαία μορφή της ελληνικής ποίησης και
τιμημένος από το 1979 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας· από την άλλη ένας νέος
Ζακύνθιος που δοκίμαζε τη φωνή του και είχε το θάρρος να θέσει τα ποιήματά του
υπό την κρίση του. Η ανταπόκριση του Ελύτη μετέτρεψε εκείνη την πρώτη αποστολή
σε πραγματική επικοινωνία.
Η αλληλογραφία συνεχίστηκε. Σώζεται και δεύτερη
επιστολή του Ελύτη, της 14ης Οκτωβρίου 1983, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει
ότι ο ποιητής προέτρεπε τον Καποδίστρια να εξακολουθήσει να του στέλνει
ποιήματά του «πότε πότε». Η μικρή αυτή φράση έχει τη δική της αξία. Φανερώνει
πως η πρώτη ανταπόκριση δεν υπήρξε μια τυπική υποχρέωση που έκλεισε με μία επιστολή.
Ο Ελύτης άφηνε ανοιχτό τον δρόμο της συνέχειας, επιτρέποντας στον νεότερο
ποιητή να επανέρχεται με τη δουλειά του.
Παράλληλα με τις επιστολές, σώζονται χειρόγραφες
σημειώσεις και αφιερώσεις του Ελύτη προς τον Παναγιώτη Καποδίστρια. Η μελέτη
του Σέρρα καταγράφει τέσσερις χειρόγραφες αφιερώσεις σε βιβλία. Αυτά τα μικρά
τεκμήρια έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή καταγράφουν τη σταδιακή οικειότητα
μιας πνευματικής επικοινωνίας. Μια αφιέρωση βιβλίου είναι συχνά ελάχιστος
λόγος· κάποτε όμως ακριβώς μέσα στην οικονομία της φράσης διασώζεται το ίχνος
μιας ανθρώπινης σχέσης.
Ο Διονύσης Σέρρας, άλλωστε, δεν αντιμετώπισε το
συγκεκριμένο υλικό ως μια συλλογή αξιοπερίεργων αυτογράφων. Επιχείρησε να
διαβάσει πίσω από τις επιστολές, τις διορθώσεις, τις παρατηρήσεις και τις
αφιερώσεις τον τρόπο με τον οποίο ο Ελύτης επικοινωνούσε με έναν νέο ποιητή.
Έτσι, το υλικό αποκτά διπλή αξία: είναι βιογραφικό τεκμήριο για τον
Καποδίστρια, αλλά ταυτόχρονα και μια μικρή μαρτυρία για το ήθος του ίδιου του
Ελύτη. Για τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να είναι απαιτητικός χωρίς να
συνθλίβει, συγκρατημένος χωρίς να γίνεται ψυχρός, ενθαρρυντικός χωρίς εύκολες
κολακείες.
Από την απόσταση τεσσάρων και πλέον δεκαετιών, η
συγκεκριμένη σχέση αποκτά ασφαλώς διαφορετική προοπτική. Ο νεαρός φοιτητής που
έστελνε τότε ποιήματα στον Ελύτη ακολούθησε τη δική του μακρά πορεία στα
γράμματα και στην Εκκλησία. Η ποιητική δημιουργία παρέμεινε οργανικό μέρος της
παρουσίας του Παναγιώτη Καποδίστρια, παράλληλα με την ιερατική, θεολογική,
δημοσιογραφική και πολιτιστική δραστηριότητά του. Έτσι, οι επιστολές των αρχών
της δεκαετίας του ’80 μπορούν σήμερα να διαβαστούν και ως ένα πρώιμο κεφάλαιο μιας
πορείας που τότε μόλις άρχιζε.
Θα ήταν υπερβολικό να φορτωθεί αυτή η σχέση με
χαρακτηρισμούς που τα ίδια τα τεκμήρια δεν επιτρέπουν. Η αξία της βρίσκεται
ακριβώς στην πραγματική της διάσταση: ένας κορυφαίος ποιητής διάβασε τα
ποιήματα ενός νέου ανθρώπου, του απάντησε, σχολίασε τη δουλειά του, δέχθηκε τη
συνέχιση της επικοινωνίας τους και του αφιέρωσε βιβλία του. Η ακρίβεια εδώ
είναι περισσότερο εύγλωττη από κάθε εξωραϊσμό.
Και υπάρχει ακόμη κάτι. Τα χρόνια μετατρέπουν ένα
ιδιωτικό γράμμα σε ιστορικό τεκμήριο. Ο φάκελος με τη διεύθυνση, η ημερομηνία
επάνω στο χαρτί, η υπογραφή, μια λέξη γραμμένη βιαστικά στο εσώφυλλο ενός
βιβλίου, όλα όσα κάποτε ανήκαν στην καθημερινότητα δύο ανθρώπων, περνούν σιγά
σιγά στη μικροϊστορία των γραμμάτων μας. Στην περίπτωση Ελύτη και Καποδίστρια,
αυτά τα τεκμήρια διασώζουν κάτι που η επίσημη εργογραφία δύσκολα μπορεί να
αποδώσει: τη στιγμή κατά την οποία η καταξιωμένη ποίηση στρέφεται προς την
ποίηση που μόλις αρχίζει και της απευθύνει τον λόγο.
Ίσως γι’ αυτό η παλαιά εκείνη αλληλογραφία διατηρεί
σήμερα την ιδιαίτερη συγκίνησή της. Ο Οδυσσέας Ελύτης βρίσκεται πλέον οριστικά
στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης. Οι επιστολές του προς τον Παναγιώτη
Καποδίστρια, όμως, κρατούν κάτι από τον ζωντανό άνθρωπο: εκείνον που άνοιξε
έναν φάκελο από τη Ζάκυνθο, διάβασε τα ποιήματα ενός νέου, πήρε χαρτί και πένα
και απάντησε. Και η απάντηση εκείνη, σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα,
εξακολουθεί να αποτελεί όχι μόνο προσωπικό ενθύμιο, αλλά και μια μικρή, αυθεντική
ψηφίδα της λογοτεχνικής μας μνήμης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου